Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

1 Φεβρουαρίου 2015 - Κυριακὴ Τελώνου καί Φαρισαίου
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 5
Κυ­ρια­κὴ Τελώνου καί Φαρισαίου
Ἁγίου Τρύφωνος
1 Φεβρου­α­ρί­ου 2015
Ρωμ. η΄28 – 39

«Ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ' ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται;» ( Ρωμ. η΄ 32).

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Μεγάλοι και στον πόνο

Οἱ «Τρεῖς μέγιστοι φωστῆρες τῆς Τρισηλίου Θεότητος», ποὺ δημιούργησαν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τους τὸν «χρυσοῦν αἰῶνα» τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας, διέπρεψαν σ’ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Μορφώθηκαν μὲ ὅλη τὴ μόρφωση τῆς ἐποχῆς τους καὶ διέθεσαν τὴ μόρφωση αὐτὴ καὶ τὰ φυσικὰ καὶ τὰ ψυχικά τους χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα τοὺς εἶχε προικίσει ὁ Θεός, γιὰ τὴ βοήθεια τῶν συνανθρώπων καὶ τὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναδείχθηκαν μεγάλοι κοινωνικοὶ ἐργάτες μὲ τὰ συσσίτια ποὺ ὀργάνωσαν, στὰ ὁποῖα ἔτρωγαν καθημερινὰ χιλιάδες φτωχοί. Φρόντισαν γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου σὲ χῶρες μακρινὲς μὲ τὴν ὀργάνωση ἱεραποστολῶν. Ἔδιναν καθημερινοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν προστασία τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ φρόντιζαν συνεχῶς γιὰ τὴν ψυχικὴ καλλιέργεια τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν.

Πρώτευαν σὲ ὅλα. Ὅπως σημειώνει ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν κ. Νικόλαος Μπρατσιώτης σὲ μιὰ ἐπιστημονικὴ ἐργασία του γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, «ἦταν τὸ πρότυπον τῆς ὑποχωρητικότητος, τῆς καρτερίας, τῆς λιτότητος, τῆς ἐγκρατείας, τῆς σωφροσύνης, τοῦ ἀσκητισμοῦ, τῆς ἁγνότητος, τῆς κοινωνικότητος, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς ἀγάπης, τῆς πίστεως, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ἐλπίδος... τῆς μεγαλοψυχίας, τῆς μακροθυμίας, τῆς πρὸς ἑαυτὸν αὐστηρότητος, τῆς πρὸς τοὺς ἄλλους γλυκύτητος...».

Οἱ ἴδιοι ἐγκωμιαστικοὶ χαρακτηρισμοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ λεχθοῦν καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Διότι καὶ οἱ τρεῖς ἦσαν «ὁμότροποι», ὅπως τοὺς χαρακτηρίζει ὁ ἐμπνευσμένος ἱερὸς ὑμνογράφος. Παρουσίαζαν δηλαδὴ παρόμοια ἁγία συμπεριφορά.

Στὴ συνέχεια θὰ ἀναφερθοῦμε μὲ συντομία ἐνδεικτικὰ καὶ στὸ πῶς πρώτευσε καθένας τους καὶ στὴν ἄρση τοῦ ἀτομικοῦ του σταυροῦ. Διότι σήκωσαν πράγματι βαρὺ σταυρὸ θλίψεων.

Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει σὲ ὁρισμένες ἐπιστολές του: Μὲ τὶς παραμικρὲς κινήσεις μου πονεῖ ὅλο τὸ σῶμα μου, πονεῖ τὸ ἧπαρ μου (ἦταν καὶ γιατρὸς καὶ καταλάβαινε), δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ ἀπὸ τοὺς πόνους, καὶ ζῶ καὶ γιὰ νὰ αἰσθάνομαι ὅτι πονῶ καὶ κυριεύομαι ἀπὸ «λαβρότατον (=πολὺ σφοδρό) πυρετόν». Παρὰ ταῦτα δὲν ἐγόγγυσε ποτέ. Ἀντιθέτως, μὲ πολλὴ ὑπομονὴ δεχόταν τὶς ἀσθένειες ποὺ ἐπέτρεπε ὁ Θεὸς νὰ ταλαιπωροῦν τὸ σῶμα του. Καὶ ἔβρισκε τὴν ψυχικὴ δύναμη καὶ τὴ σωματικὴ ἀντοχὴ καὶ φρόντιζε στὸ φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα «Βασιλειάς», ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος, τοὺς πιὸ βαριὰ ἀσθενεῖς καὶ μάλιστα τοὺς λεπρούς. Καὶ ἀπεβίωσε σὲ ἡλικία μόλις 49 ἐτῶν λέγοντας πρὸς τὸν Κύριο «εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λουκ. κγ΄ [23] 46).

Ὁ δεύτερος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, πολεμήθηκε πολὺ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ εἶχαν πρόσβαση καὶ στὰ ἀνάκτορα. Εἰσῆλθαν μάλιστα αἱρετικοὶ Ἀρειανοὶ μὲ ρόπαλα τὸ Πάσχα τοῦ 379 στὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Ἅγιος, καὶ κακοποίησαν τοὺς πιστοὺς καὶ τραυμάτισαν τὸν Ἅγιο. Στὴ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπου προήδρευσε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας Μελετίου, γνώρισε τὴν κακεντρέχεια ὁρισμένων ἐπισκόπων ἐναντίον του καὶ παραιτήθηκε ἀμέσως, μολονότι εἶχε μὲ τὸ μέρος του τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τὸν Μέγα. Παραιτήθηκε μάλιστα ἀγόγγυστα λέγοντας: «Ρίψατέ με ὡς τὸν Ἰωνᾶν εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ κοπάσῃ ὁ κλύδων τῆς Ἐκκλησίας». Καὶ ἀνεχώρησε στὴν πατρίδα του. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐξαίρετα ποιήματά του (ἦταν καὶ σπουδαῖος ποιητής), γράφοντας γιὰ τὴν ἀσθένειά του, ἀπευθύνεται στὸ σατανὰ καὶ λέγει: «Χτύπα τό σῶμα, ἡ ψυχὴ μένει ἀλώβητη, τὴ θεϊκὴ εἰκόνα / θὰ τὴν παρουσιάσω στὸ Χριστὸ ὅπως τὴν ἔλαβα, ἀνθρωποκτόνε. / Καὶ παλαιὰ ἔδεσες τὸν μεγάλο Ἰώβ, ἀλλὰ νικήθηκες». Καὶ ἀλλοῦ: «Ἡ δική μου δόξα εἶναι οἱ πόνοι μου... / ἄλλος Ἰὼβ εἶμαι». Καὶ ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ ἐντελῶς ἐξασθενημένος, σὲ ἡλικία πιθανῶς 63 ἐτῶν.

Ὁ τρίτος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ποὺ θεωρεῖται ὡς ὁ πρύτανης τῶν χριστιανῶν ἱεροκηρύκων, πόνεσε περισσότερο ἴσως ἀπὸ τοὺς ἄλλους δύο. Σήκωσε ἀγόγγυστα τὸν βαρὺ σταυρὸ δύο ἐξοριῶν καὶ καθαιρέσεως ἀπὸ Σύνοδο Ἐπισκόπων. Τὸν καταδίωξε ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, τὴν ὁποία ἤλεγχε γιὰ τὴ ζωή της. Ὁρισμένοι ἐπίσκοποι συμμάχησαν μαζί της καὶ τελικὰ τὸν καθήρεσαν. Ἦταν φιλάσθενος καὶ πέθανε καθηρημένος μὲ ὑψηλὸ πυρετὸ στὴν ἐξορία, στὰ βάθη τῆς ’Αρμενίας, χωρὶς νὰ βγεῖ λέξη γογγυσμοῦ ἀπὸ τὰ ἅγια χείλη του. Καὶ τὸ ὄνομά του ἐπὶ 30 χρόνια δὲν ἀναφερόταν στὰ δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ τελευταία φράση τῆς ζωῆς του ἐκεῖ στὴν ἐξορία ἦταν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν. Ἀμήν». Καὶ ἦταν τότε 60 ἐτῶν.

Ἔτσι ἀντιμετώπισαν τὸν πόνο στὴ ζωή τους οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἂς ἦταν καχεκτικοὶ σωματικά. Εἶχαν γενναῖες ψυχὲς καὶ ὑπέμειναν μὲ καρτερία κάθε ταλαιπωρία γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Τὸ παράδειγμά τους ἂς ἐμπνέει καὶ μᾶς, καὶ ἂς ζητοῦμε τὶς πρεσβεῖες τους στὶς δύσκολες ὧρες μας.

Πηγή: Ο Σωτήρ

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Μάνα μου Παναγία, σου μιλώ σαν μάνα…

Μάνα μου Παναγία, σου μιλώ σαν μάνα…
λίγες σκέψεις και λίγα άτεχνα λόγια, ως έκφραση της ευγνωμοσύνης μου για την βοήθεια της Παναγίας μας στον αγώνα της μητρότητας.

Μάνα Παναγία, σε Εσένα προστρέχουμε, γιατί μας νιώθεις σαν μάνα…

Σε Εσένα, γλυκιά Παναγία, προστρέχει ο πιστός λαός Σου ολοχρονίς και περισσότερο αυτές τις μέρες του ευλογημένου μήνα Σου. Και απολαμβάνει τις ευλογίες που σκορπάς απλόχερα, «προς το συμφέρον της αιτήσεως».

Οι μάνες , όμως, θαρρώ πως σε νιώθουμε πιο κοντά μας. Γιατί και εσύ έγινες μητέρα και απευθυνόμαστε στη Χάρη Σου και τολμάμε να σου μιλήσουμε, ως μάνα σε μάνα…

Σε Εσένα προστρέχουμε, Παναγία Μητέρα, από την πρώτη εκείνη στιγμή που νιώθουμε
να κυοφορούμε στα σπλάγχνα μας μια νέα ζωή: «Με το καλό να γεννηθεί, Παναγία μου!

Χάρισέ το μου γερό και ευλογημένο!», δεόμαστε με ιδιαίτερη θέρμη μπροστά στην Πάναγνη μορφή Σου.

Με την έγνοια της ζωούλας που κουβαλάμε μέσα μας, άλλες με δυσκολίες και καρδιοχτύπια και άλλες πιο ομαλά, φτάνουμε μέχρι την ευλογημένη ώρα του τοκετού. Και όπως όλοι μας εύχονται: «Καλή λευτεριά!», αυτό επιθυμούμε και εμείς και ζητούμε από Εσένα, Ελευθερώτρια Παναγιά.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια, με την ελλειπή ιατρική περίθαλψη των παλαιοτέρων εποχών, η επίτοκος ήταν “με το ένα πόδι μέσα στον τάφο” και μαζί της κινδύνευε και η αγέννητη ζωούλα. Αλλά και σήμερα, παρ΄ όλες τις φροντίδες που απολαμβάνουμε στη γέννα, η αγωνία για αίσια έκβαση φουντώνει μέσα μας… και την καταθέτουμε στα πόδια Σου για να μας «ελευθερώσεις με το καλό» και «με έναν πόνο» να γεννήσουμε , γιατί δειλιάζουμε μπροστά στις ωδίνες…. Μας νιώθεις, Μάνα μας, αν και Εσύ χωρίς πόνους, «ανωδύνως και αλοχεύτως» γέννησες τον Μονογενή Υιό Σου.

Και όταν- τι χαρά, τι αγαλλίαση- έρθει στο φως το νεογέννητο πλασματάκι μας, και όταν αρχίσουν οι ατέλειωτες φροντίδες , οι ευθύνες και τα βάρη μιας ζωούλας που κρέμεται κυριολεκτικά από τα άπειρα χέρια μας, όταν πελαγώνουμε με την ανατροφή και τον θηλασμό του μωρού μας… πάλι σε Εσένα καταφεύγουμε, Παναγία Γαλακτοτροφούσα, Γαλακτινή, Γλυκογαλούσα. Γιατί και Εσύ θήλασες τον Υιό Σου, για τρία χρόνια, σύμφωνα με την παράδοση και τις συνήθειες εκείνης της εποχής.

Κάποτε δεν υπήρχαν βρεφικά γάλατα και η επιβίωση του βρέφους εξαρτώνταν από το γάλα της μάνας. Και σήμερα όμως έχουμε ανάγκη την βοήθειά Σου, Παναγία μας, γιατί ξεμάθαμε στον κόπο και τα θέλουμε όλα ξεκούραστα, προγραμματισμένα με το ρολόι , σύμφωνα με τα δικά μας «θέλω» …και οι ανάγκες του βρέφους μας πολλές φορές φαντάζουν δυσβάστακτες για τα χέρια μας…

Δώσε μας Εσύ, Παναγία Γαλακτοτροφούσα, την φώτιση, την καθοδήγηση, την χαρούμενη διάθεση, να μεγαλώνουμε τα μωρά μας με το γάλα μας και να τους προσφέρουμε απλόχερα την ζεστή αγκαλιά μας και την στοργή που έχει ανάγκη η ψυχούλα τους περισσότερο και από την τροφή που ζητάει το σώμα τους, για να αναπτυχθεί…

Μεγαλώνουν και ξεπετάγονται τα μωρά μας… άλλοτε με γέλιο και με χαρούμενες φωνούλες, άλλοτε με κλάματα , με δυσκολίες, με ατέλειωτα ξενύχτια, με απρόσμενες αρρώστιες, με ξαφνικούς πυρετούς, με μικροατυχήματα και με αγωνίες. Και πάλι στην Χάρη Σου προστρέχουμε, Εσύ είσαι η πρώτη μας καταφυγή.

Μεγαλώνουν τα βλαστάρια μας με φροντίδα και αγώνα, όχι μόνο για να αναπτυχθούν κατά “ηλικία” αλλά και για να γεμίσει η ψυχούλα τους με αγάπη για τον Υιό και Θεό Σου και για Εσένα, Παναγία μας. Πού αλλού θα βρουν πιο “ασφαλή λιμένα” τις τρικυμίες της ζωής που ξανοίγεται μπροστά τους;…

Και όταν πια αρχίζουν να φεύγουν από το ασφαλές περιβάλλον του σπιτιού, όταν αρχίσουν αν πηγαίνουν στο σχολείο και να λείπουν ώρες από την δική μας φροντίδα και επίβλεψη… πού αλλού να τα εμπιστευτούμε παρά στην δική Σου άγρυπνη ματιά , στην δική Σου στοργική Σκέπη;…

Περνούν τα χρόνια… και αρχίζουν οι προκλήσεις της εφηβείας και της ενηλικίωσης’ εκεί που φαίνεται τι χτίσαμε τόσα χρόνια στην ψυχή τους. Μας τρομάζουν οι αντιδράσεις τους, ανησυχούμε υπερβολικά για την πορεία της ζωής τους. Για πόσο όμως ακόμα μπορούμε να τα συμβουλεύουμε και να τα καθοδηγούμε;…”Πες τα στην Παναγία και εκείνη θα μιλήσει με μυστικό τρόπο στην ψυχή των παιδιών”, έλεγε ένας αγιασμένος Γέροντας.

Περνούν τα χρόνια… και τα μικρά που κάποτε κρατούσαμε στην αγκαλιά μας και στηρίζαμε στα πρώτα τους βήματα, ξανοίγονται μόνα τους στο πέλαγος της ζωής. Οι ευχές και οι προσευχές μας τα συνοδεύουν και έχουμε την βεβαιότητα, Μάνα μας Παναγία, ότι οι μητρικές σου φροντίδες που όλα αυτά τα χρόνια επικαλούμασταν, θα συνεχίσουν απλόχερα να παρέχονται από Εσένα… και η αγάπη τους για το λατρευτό Σου πρόσωπο να είναι το στήριγμα και η καταφυγή τους, ο οδοδείκτης για την ‘Όντως Ζωή.

Πώς να σε ευχαριστήσουμε, Παναγία μας;… τα λόγια είναι φτωχά για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη μας, η καρδιά μας σου στέλνει το πιο μεγάλο «ευχαριστώ» για όλα!

Πηγή: Διακόνημα

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Κυ­ρια­κὴ 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015 - Τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 4
Κυ­ρια­κὴ 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015
Τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου
Ἑ­βρ. ζ΄ 26 - η΄ 2

«Τοι­οῦ­τος ἡ­μῖν ἔ­πρε­πεν ἀρ­χι­ε­ρεύς, ὅ­σιος, ἄ­κα­κος, ἀ­μί­αν­τος»

Γιά ποι­όν μι­λά­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος; Ποι­όν ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ἀ­γα­πη­τοί μου, ἔ­χει ὑ­π’ ὄ­ψιν του, ὅ­ταν τόν προ­βάλ­λει σάν τόν ἀ­πο­λύ­τως ὅ­σιο, ἄ­κα­κο καί ἀ­μί­αν­το; Ἔ­χει μπρο­στά στά μά­τια του καί μέ­σα στήν καρ­διά του τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἀρ­χι­ε­ρέ­ας στόν αἰ­ώ­να.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Το νόημα των ιερών ακολουθιών

Το σύνολο των ακολουθιών αποτελεί μία αληθινή «λειτουργική θεολογία» ασύγκριτου πλούτου που ανάγεται στο κήρυγμα και στη ζωή των Αποστόλων. Βρίσκουμε εκεί όλα τα εξέχοντα γεγονότα της ιστορίας της λυτρώσεως, ό, τι ρωμαλέο και φωτεινό υπάρχει στη διδασκαλία των Πατέρων και της Εκκλησίας, τον ίδιο τον χυμό τους. Παρασυρόμαστε γρήγορα από τη ρωμαλέα κίνηση αυτής της θαυμαστής συνθέσεως που ανακεφαλαιώνει όλα τα στάδια της αποκαλύψεως και ανταποκρίνεται σε όλες τις ανάγκες της πνευματικής ζωής. Το λυρικό και συναισθηματικό στοιχείο είναι μπολιασμένο στο δογματικό και η αλήθεια παρουσιάζεται εκπληκτικά ισορροπημένη σ’ όλες τις πολύμορφες πλευρές της.

Αυτή η παρουσία της θεϊκής Αλήθειας κάνει τη Λειτουργία κατ’ εξοχήν «τόπο θεολογικό» και προϋποθέτει την αρχή: κανόνας προσευχής-κανόνας πίστεως. Το Άγιο Πνεύμα μιλάει με τη Λειτουργία, όπως παλαιότερα με τους προφήτες, φανερώνει τον παρόντα Χριστό και μας βοηθάει να καταλάβουμε, ότι η Παράδοσις, κυρίως η λειτουργική, είναι ο Λόγος, σχολιάζει αδιάκοπα τα ίδια ευαγγελικά Του λόγια δια μέσου όλων των στοιχείων της Παραδόσεως.

Η Λειτουργία είναι η Εκκλησία εν Λόγω και εν Μυστηρίω ευχαριστίας. Είτε  γήινη μετάφραση, είτε εικόνα της Λειτουργίας που τελείται στον ουρανό από τον Μεγάλο Αρχιερέα «κατά τάξιν Μελχισεδέκ», δηλ. τον Χριστό, περιβαλλόμενο και υπηρετούμενο από τους αγγέλους με ιερατικά και διακονικά άμφια, η Λειτουργία είναι πάντοτε η Θεία Λειτουργία.

Π. Ευδοκίμοφ, «Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Πηγή: Ι. Ν. Αγίας Βαρβάρας

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Πώς αντέδρασαν οι Ρώσοι στην αγιοκατάταξη του Γέροντα Παϊσίου

Η αγιοκατάταξη του αγιορείτου Γέροντος Παΐσιου αποτελεί ένα αξιοσημείωτο γεγονός όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο,

και η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εξετάζει επίσης την ένταξη αυτής της ασκητικής μορφής στο εορτολόγιο της Ρωσικής Εκκλησίας. Αυτό ανέφερε στο RIA Novosti εκπρόσωπος του Πατριαρχείου.

«Τιμούμε την κληρονομιά του Γέροντα Παΐσιου του Αθωνίτη και στην Ελλάδα, και στη Ρωσία. Είμαστε ευτυχείς για το ότι η ελληνική Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης απέκτησε νέο άγιο» είπε ο υπεύθυνος του Διορθόδοξου Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων πρωθιερέας Ίγκορ Yakymchuk.

Με τη σειρά του ο πρωθιερέας Βλαντίμιρ Vigilyansky χαρακτήρισε στο RIA Novosti τον Γέροντα Παΐσιο τον Αθωνίτη, «μεγάλο δράστη της Εκκλησίας του Χριστού».

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Τί πρέπει νά αἰτούμεθα τόν Θεό καί τί ὄχι


«Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση» (Α' Ιωάννου 5,16).

Ευαγγελικό είναι να επιθυμείς για τον καθένα την σωτηρία του και να εργάζεσαι γι' αυτήν. Αυτή είναι η επιθυμία του Χριστού για καθέναν, αυτό πρέπει να είναι και δική μας επιθυμία. Και τούτο σημαίνει: να μην επιθυμούμε για κανέναν την αμαρτία και εκείνο που είναι αμαρτωλό, αλλά πάντα να επιθυμούμε το αγαθό και εκείνο που οδηγεί στον Πανάγαθο· να μην επιθυμούμε για κανέναν το θάνατο και ό,τι είναι θανατηφόρο, αλλά πάντα να επιθυμούμε την αθανασία και ό,τι οδηγεί στην αθανασία· να μην επιθυμούμε για κανέναν τον διάβολο και εκείνο που είναι διαβολικό, αλλά για τον καθέναν να επιθυμούμε τον Χριστό και ό,τι είναι του Χριστού. Οι άνθρωποι που αγαπούν την αμαρτία, επιθυμούν για τον εαυτό τους τον θάνα­το. Εάν κάποιος είναι ανεπιστρεπτί ερωτευμένος με τις αμαρτίες του, αυτός ήδη θανάτωσε τον εαυ­τό του. Εάν επιθυμεί κάποιος την αμαρτία γι' άλλον, αυτός επιθυμεί τον θάνατό του.
Επειδή «η αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α', 15). Υπάρχουν δύο είδη αμαρτίας: η «αμαρτία μη προς θάνατον» και η «αμαρτία προς θάνατον». Η «αμαρτία μη προς θάνατον» είναι εκείνη η αμαρτία για την οποία ο άνθρωπος μετανοεί. Κάθε αμαρτία φέρνει στην ψυχή από ένα μικρό θάνατο· ενώ με την μετάνοια ο άνθρωπος διώχνει την αμαρτία από μέσα του, διώχνει τον θάνατο, ανα­σταίνει την ψυχή του εκ νεκρών. Η μετάνοια δεν είναι μόνο δεύτερη βάπτιση, αλλά και πρώτη ανά­σταση. Ανάσταση της ψυχής εκ νεκρών. Η μετά­νοια καταστρέφει τον τάφο της ψυχής, εξαφανίζει τον πνευματικό θάνατο, εισάγοντας τον άνθρωπο στην αιώνια ζωή. Οποιεσδήποτε αμαρτίες κι αν έχει ο άνθρωπος, εάν μετανοήσει, «ηγέρθη εκ νεκρών»: «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη»(Λουκ. ιε', 24.32). Έτσι, «αμαρτία μη προς θάνατον» είναι κάθε μετανοημένη αμαρτία, ακόμα και αν πραγματοποιήθηκε «επτάκις της ημέρας», εφόσον αυτός που την διέπραξε είπε «επτάκις της ημέρας» «μετανοώ» (Λουκ. ιζ', 3-4). Ενώ «αμαρτία προς θάνατον» είναι κάθε αμετα­νόητη αμαρτία, δηλαδή κάθε αμαρτία κατά την οποία και στην οποία παραμένει ο άνθρωπος συνειδητά, εκούσια και επίμονα. Τέτοια αμαρτία προκαλεί το θάνατο της ψυχής. Και ο θάνατος της ψυχής δεν είναι άλλο παρά ο χωρισμός της ψυχής από τον Θεό, η στέρηση του Θεού και των χαρι­σματικών δωρεών και δυνάμεών Του από την ψυχή. Ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

«Αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν». Επειδή έκανε αμαρτία πέθανε, νέκρωσε τον εαυτό του, σκότωσε τον εαυτό του· εάν παρακαλέσει, θα του δοθεί μέσω της μετάνοιας ανάσταση εκ νεκρών, ζωή. Έτσι η προσευχή και η μετάνοια είναι νικητές του θανάτου· ανασταίνουν νεκρούς. Για την «αμαρτία προς θάνατον» να μην «ερωτήση». Γιατί; Επειδή ο άνθρωπος μ' όλο του το είναι, μ' όλη την ψυχή, μ' όλη τη συνείδηση, μ' όλη τη θέληση εισέρχεται στην αμαρτία και παραμένει συνειδητά και εκούσια σ' αυτήν. Δεν θέλει να την απαρνηθεί, να την μισήσει. Αυτός είναι εκείνος ο «δεύτερος θάνατος», από τον οποίο δεν ανασταίνεται. Σε τέτοιον άνθρωπο ο Θεός δεν επιθυμεί, ούτε θέλει να του επιβάλλει με βία την μετάνοια. Ούτε επιθυμεί, ούτε θέλει, ούτε μπορεί, επειδή ο Θεός είναι αγάπη, και δια της αγάπης «είναι» και ζει και υπάρχει. Ο Θεός από αγάπη δημιούργησε τον άνθρωπο με θεόμορ­φη ελευθερία. Εάν επέβαλλε με τη βία στον άνθρωπο τη θέλησή Του, το Ευαγγέλιό Του, τη σωτηρία Του, τη Βασιλεία Του, τον Εαυτό Του, τότε θα κατέστρεφε την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος θα σταματούσε να είναι άνθρωπος και θα γινόταν αυτόματο, μηχανή, ρομπότ. Ενώ ο Θεός επειδή είναι αγάπη, δεν θα μπορούσε να το κάνει, επειδή αυτό δεν είναι στην φύση της αγάπης. Εάν θα το έκανε, θα σταμα­τούσε να είναι Αγάπη. Εάν σταματούσε ο Θεός να είναι αγάπη θα έπαυε να είναι Θεός. Αυτός είναι ο λόγος που ο άγιος Μύστης συμβουλεύει ότι δεν πρέπει να προσευχόμαστε για την «αμαρτία προς θάνατον». Και μ' αυτό τον τρόπο μας υποδεικνύει τα του Θεού και ως προς τί πρέπει να αιτούμεθα τον Θεό και τί όχι.


(Ερμηνεία των επιστολών του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς, εκδ. «Εν πλω»)

Κυριακὴ 18 Ἰανουαρίου 2015 - Τῶν Ἁγίων Ἀθανασίου καί Κυρίλλου.
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 3
Κυ­ρια­κὴ 18 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015
Τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­θα­να­σί­ου καί Κυ­ρίλ­λου 
Ἑ­βρ. ι­γ’ 7-16

«Μνη­μο­νεύ­ε­τε τῶν ἡ­γου­μέ­νων ὑ­μῶν… ὧν ἀ­να­θε­ω­ροῦν­τες τήν ἔκ­βα­σιν τῆς ἀ­να­στρο­φῆς μι­μεῖ­σθε τήν πί­στιν».

Ἡ πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἀ­φορᾶ σ’ ὅ­λους τούς πι­στούς κά­θε ἐ­πο­χῆς.

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης (ποίημα)

Μέσα στό καταχείμωνο
πού ὅλα ἡσυχάζουν,
χαρᾶς τά σήμαντρα ἠχοῦν,
ἀντιλαλοῦν καί κράζουν.

Πνοή ἀνέμου ἔφερε
τό ἔαρ τοῦ Ἁγίου,
τοῦ ἐκ Φαράσων μοναχοῦ
Ὁσίου Παϊσίου.

Καππαδοκία, Κόνιτσα,
Σινᾶ καί Ἅγιον Ὄρος
καί τοῦ Στομίου ἡ Μονή
ριγοῦν ἀγλαοφόρως.

Στῆς Παναγούδας τό Κελλί
καμπάνες ἀντηχοῦνε
στ᾽  Ἄθω τήν ἅγια κορυφή
πουλιά δοξολογοῦνε.

Στόν τάφο σου νυχθημερόν
ψυχές πολλές διαβαίνουν
καί γόνυ κλίνουν καί καρδιά
μέ δάκρυα τόν ραίνουν.

Τρέχουν πιστοί στίς ἐκκλησιές,
ψάλλουν, ὑμνολογοῦνε,
ἐμπρός στήν ἅγια σου μορφή
θερμῶς παρακαλοῦνε.

Ὅσιε νῦν Παΐσιε,
μαρτυρικούς τούς κόπους,
ἐδέχθης Χάριν ἄφθονον,
συνδράμεις τούς ἀνθρώπους.

Μά τώρα ἀναπαύεσαι
εἰς δόξαν Παραδείσου
καί στούς ναούς φωταγωγεῖ
ἡ ἅγια ἡ μορφή σου.

Ἐν μέσῳ Θριαμβεύουσας
μέλπεις δοξολογίαν
καί μεταφέρεις τῶν πιστῶν
τήν θείαν ἱκεσίαν.

Πνευματοφόρε ἀσκητά,
δόξα τῆς Ἐκκλησίας,
Μοναχισμοῦ τό καύχημα,
κλέος Ὀρθοδοξίας.

Κρηπίς ἐδείχθης μοναστῶν
καί ἀσκητῶν ἡγέτης,
τοῦ τάγματος τ᾽ Ἀγγελικοῦ
στῦλος καί ποδηγέτης.

Ἐνίσχυσον τούς μοναχούς,
δοκίμους καί τελείους,
τίς ὑποσχέσεις Σχήματος
νά ζοῦν ὁλοκαρδίως.

Ὅπου τῆς γῆς ἀσκούμενοι,
ὑπομονῆς τήν χρείαν,
μέ πίστι νά σχοινοβατοῦν
εἰς τήν ὀρθροπραξίαν.

Χαρίτωνε ψυχές πιστῶν,
πού ζοῦν μέσα στή δίνη
καί τόν βελίαρ πολεμοῦν
μέ πόνο καί ὀδύνη.

Τοῦ κόσμου τήν νεότητα
ἐπίσκεψον ἐν τάχει
κι ὁδήγησον τά τέκνα σου
εἰς θεῖον μονοπάτι.

Εὐλόγησον τό ἔθνος μας,
προστάτευσον δεσμίους,
τόν κόσμον πάντα φύλαξον
δίωξον πολεμίους.

Μά πιότερο ἐνίσχυσον
ποιμένων τόν ἀγῶνα,
π᾽ ὀρθοτομοῦν νυχθημερόν
εἰς δυστυχῆ αἰῶνα.

Ἀγλάϊσμα ἡσυχαστῶν,
Ὅσιε Ἐκκλησίας,
νῦν πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν,
στάλαξον εὐλογίας.


Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Για την Ελλάδα μας, Άγιε

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΠΑΪΣΙΟΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΝ

Ποίημα τοῦ Μητροπολίτου Ἐδέσσης Ἰωήλ

Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, μεθ' ὃ τὸ Θεὸς Κύριος, καὶ τὸ ἑξῆς·

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν Ἀθωνίτην θεοφόρον Πατέρα, τὸν ἐν τοῖς χρόνοις τοῖς ἐσχάτοις φανέντα, τὸν ἐκ Φαράσων ἅγιον Παΐσιον, δεῦτε οἱ ἐν θλίψεσιν, ἱκετεύσωμεν πάντες, ὅπως διαφύγωμεν, ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, τοῦ βίου πάσας τὰς ἐπιφοράς, οὗτος γὰρ ἔσχε, χαρίσματα πάμπολλα.

Δόξα Πατρί. Τὸ αὐτό. Καὶ νῦν.

Θεοτοκίον
Οὐ σιωπήσωμέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐρρύσατο, ἐκ τοσούτων κινδύνων; τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις, ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄. Καὶ ὁ κανὼν οὗ ἡ ἀκροστιχὶς
«Δέχου πάτερ Παΐσιε, ἡμῶν αἰτήσεις. Ἰωήλ»

ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Δοχεῖον χαρίτων ἀναδειχθείς, Παΐσιε πάτερ, μὴ ἐλλείπῃς ταῖς σαῖς εὐχαῖς, ἡμῖν παρασχὼν ὡς ἐλεήμων, τὰ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος πρόσφορα.

σχάτως ὡς ἄγγελος τοῦ Χριστοῦ , ὀφθεὶς τὰς καρδίας, ἱκετῶν σου τῶν εὐλαβῶν, ἀνάπαυσον πάτερ καὶ παράσχου, τὸ ἀγαθὸν τῆς εἰρήνης πρεσβείαις σου.

Χοροὶ μοναζόντων καὶ κοσμικῶν, πρὸς σὲ ὁμοφώνως, ἀτενίζουσι τὸν σεμνόν, αἰτούμενοι πάτερ τὴν σὴν χάριν, ἵνα τὸ θράσος τοῦ δράκοντος θραύσωσι.

Θεοτοκίον
κτίσεως πάσης δημιουργός, ἐκ σοῦ τῆς Παρθένου, ἐδανείσθη ὑπερφυῶς, τὴν σάρκα τὴν σὴν διὸ μὴ παύσῃ, τοῦτον ἁγνὴ ὑπὲρ πάντων λιτάζουσα.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
πανοῖξαί μοι θέλω, ταῖς σαῖς εὐχαῖς ἅγιε, πύλην παραδείσου τὴν θείαν, Χριστὸς ὁ Κύριος, διὸ πρὸς σὲ τὸν σεμνόν, ἀντιβολῶ καὶ κραυγάζω, σπεῦσον βοηθῆσαί με, πάτερ Παΐσιε.

Πατρικῇ σου φροντίδι, καὶ ἀρωγῇ σκέπασον, νέων τὴν παράταξιν πάτερ, ἐκ τῆς συγχύσεως, τῶν λογισμῶν τοῦ νοός, καὶ τῶν παθῶν τυραννίδος, ὅπως ἂν πορεύωνται, τρίβον σωτήριον.

σωτεύσας θεόφρον, ἐν πονηροῖς πάθεσι, καὶ ἐκδαπανήσας τὸν πλοῦτον, τῆς θείας χάριτος, γυμνὸς περίκειμαι, καὶ ἱκετεύω λιταῖς σου, τὴν στολὴν τοῦ Πνεύματος, ἔνδυσον πάλιν με.

Θεοτοκίον
Τὴν σὴν ἔχω εἰκόνα, ὡς χαρμονὴν Πάναγνε, καὶ παραμυθίαν γενναίαν, ἐν βίῳ πάντοτε, διὸ καὶ ἵσταμαι, πρὸ τῆς ἁγίας μορφῆς σου, καὶ αἰτοῦμαι ἄχραντε, τὴν σὴν ἀντίληψιν.

Διάσωσον, Γέρον Παΐσιε ταῖς ἁγίαις λιταῖς σου, τοὺς αἰτοῦντας σεμνοπρεπῶς τὴν σὴν δύναμιν, καὶ δώρησαι τὴν σὴν χάριν ἑκάστῳ.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Φαράσων βλαστός, καὶ Ἄθωνος τὸ κλέϊσμα, ὑπάρχων σεπτέ, Παΐσιε πανάρετε, ψυχῆς τε καὶ τοῦ σώματος, τὰ ποικίλα νοσήματα ἴασαι, καὶ τὴν πληθὺν δαιμόνων ἀφ' ἡμῶν, ἀπέλασον τάχιστα ἰσχύϊ σου.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
πωδύνως τὴν στένωσιν, φέρω τῆς δειλίας, καὶ ἐκφοβίσματα, διὸ πάτερ διασκέδασον, ταῖς πρὸς τὸν Δεσπότην ἱκεσίαις σου.

υπαραῖς καταστάσεσι, τοῦ Θεοῦ τὴν μνήμην, μάκαρ ἀπώλεσα, διὸ δός μοι σὴν βοήθειαν, ὅπως ἀναστῶ ἐκ τῶν πτωμάτων μου.

Παρεδόθην ταῖς θλίψεσι, καὶ στενοχωρίαις πολλαῖς Παΐσιε, διὸ χάρισαι πρεσβείαις, τὴν ἐντός μου ὅσιε εἰρήνευσιν.

Θεοτοκίον
πωλείας τὸν αἴτιον, καὶ τοῦ ψεύδους Μῆτερ μέγαν συνήγορον, τὸν μισάνθρωπον διάβολον, καὶ πειράζοντά με ἐξουθένωσον.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
να τῆς ψυχῆς, τῆς ἐμῆς τὸ ἄχθος ἅγιε, ταῖς λιταῖς σου ἀπαλείψῃς παντελῶς, ἱκετεύω σε ἐν πίστει θεοστήρικτε.

Στήριγμα στεῤῥόν, καὶ ἀσπὶς ἀκαταμάχητος, κληρικῶν καὶ μοναζόντων ταῖς εὐχαῖς, ἀναδείχθητι πρὸς Κύριον Παΐσιε.

σος παλαιῶν, ἀσκητῶν φανεὶς Παΐσιε, σοὶ ἐδόθη χαρισμάτων ἡ πληθύς, διὸ ἴασαι τὰ ἕλκη τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Θεοτοκίον
χουσα ἡ γῆ, σὲ προστάτιδα θεόνυμφε, προσδοκᾷ τὴν εἰρηναίαν βιότην, καὶ δεινῶν ἐπισυμβάσεων περάτωσιν.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
δύτητα, τῶν σῶν λόγων ὅσιε, οἱ συνόντες σοι ἐν ὄρει Ἁγίῳ, διατηροῦντες πρὸς σὲ ἐκ καρδίας, καθικετεύουσι Πάτερ Παΐσιε, ταῖς σαῖς λιταῖς τὰς ἐκτροπάς, διανοίας αὐτῶν ἐπανόρθωσον.

Μιμνήσκοντες, τῶν πολλῶν χαρίτων σου, ἐν πολλῇ πρὸς σὲ ἀγάπῃ βοῶμεν, ἐξ ἀναγκῶν καὶ παντοίων κινδύνων, καὶ ψυχικῶν ἀλγηδόνων Παΐσιε, ἐπισκοπῇ σου κραταιᾷ, τοὺς ὑμνητάς σου προστάτευσον πάντοτε.

ς ἄγγελος, ἐκ τοῦ ὄρους Ἄθωνος, ἐν τῇ μάνδρᾳ Σουρωτῆς καταφθάνεις, μοναζουσῶν τὸν χορὸν διδαχαῖς σου, τῆς εὐσεβείας ἀλείπτης γενόμενος, διὸ καὶ νῦν πάντας ἡμᾶς, πρὸς τὰ κρείττω ὁδήγησον ὅσιε.

Θεοτοκίον
Νοσούντων, καὶ τῶν στενόντων Παρθένε, ἀναδείχθητι ἰάτειρα θεία, καὶ ἀνιάτων παθῶν ταῖς λιταῖς σου, θεραπευτὴς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γενοῦ θεόνυμφε ἁγνή, τῶν ἀνυμνούντων σε ᾄσμασι δούλων σου.

Διάσωσον, Γέρον Παΐσιε ταῖς ἁγίαις λιταῖς σου, τοὺς αἰτοῦντας σεμνοπρεπῶς τὴν σὴν δύναμιν, καὶ δώρησαι τὴν σὴν χάριν ἑκάστῳ.

Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα, μητρικὴν παρρησίαν.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν μοναστῶν καὶ μιγάδων διδάσκαλον, καὶ τῶν ἐν κόσμῳ πιστῶν ἀντιλήπτορα, καὶ ἀσθενούντων ὀξέως ἀκέστορα, σὲ θεοφόρε Παΐσιε ἔχομεν, διὸ καὶ ζητοῦμεν τὴν χάριν σου.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.Ἦχος δ΄.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.
Στίχ. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (στ΄ 17 - 23).
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, 18 καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· 19 καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ , ὅτι δύναμις παρ' αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. 20 Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε· Μακάριοι οἱ πτωχοί , ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ . 21 μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. 22 μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 23 Χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Δόξα. Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου.
Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου.

Στίχ. Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
σιε Παΐσιε, τοῦ Ὄρους Ἄθωνος κλέος, Σουρωτῆς τὸ καύχημα, καὶ Φαράσων γόνος ὁ εὐσυμπάθητος, ἀληθῶς γέγονας, ἐν ἐσχάτοις χρόνοις, διὰ τοῦτο καὶ βοῶμέν σοι, πάσης στενώσεως, καὶ τῶν ἀδοκήτων συμβάσεων, τῆς λύμης τῶν αἱρέσεων, καὶ ἐπηρειῶν τοῦ ἀλάστορος, ἀνιάτων νόσων, ἡμᾶς τοὺς σὲ τιμῶντας εὐλαβῶς, μὴ διαλείπῃς πρεσβείαις σου, συντηρῶν ἑκάστοτε.

Ὁ Ἱερεὺς τό, Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
λγηνῶν νοσημάτων, καὶ δαιμόνων μανίας, καὶ περιστάσεων, τοῦ βίου πολυτρόπων, καὶ πάσης κακουργίας, θεοφόρε Παΐσιε, τῶν κακοτρόπων ἡμᾶς, ἐκλύτρωσαι λιταῖς σου.

ατρείας σωμάτων, καὶ ψυχῆς θεραπείας, ὤφθης Παΐσιε, θεράπων ταῖς εὐχαῖς σου, διὸ τοῖς ἐθισμένοις, ἰοφόροις σκευάσμασι, μὴ διαλείπῃς ἀεί, παρέχων τὴν ὑγείαν.

Τὴν νεότητα πᾶσαν, ἐκ τοῦ λάκκου ἀγνοίας, καὶ ἀθεότητος, καὶ πάσης ἀναρχίας, Παΐσιε παμμάκαρ, ταῖς λιταῖς σου ἐξάγαγε, σὺ γὰρ ἐκτήσω σεμνέ, μεγίστην παῤῥησίαν.

Θεοτοκίον
δυμόλπως Παρθένε, φοβερὰ προστασία, ἀκαταμάχητε, ὑμνῶ σου τὴν εἰκόνα, τὴν ὄντως θεσπεσίαν, ἣν ἐπ' ὤμων ἐκράτησε, Παΐσιος ὁ σεμνός, ὁ δοῦλός σου Μαρία.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Στήριξον πάτερ, ἱκετηρίαις πολλαῖς σου, τοὺς ἐν πάθεσι πληγέντας ἀνιάτοις, ἐκ τῆς λευχαιμίας, καὶ τοῦ πικροῦ καρκίνου.

σμὸν δειλίας, καὶ τῆς φοβίας σῇ ῥώμῃ, ἀπομάκρυνον ἐκ τῶν ἱκετευόντων, σὲ σημειοφόρε, Παΐσιε θεόφρον.

ῷ πορνείας, καὶ ἁμαρτάδων ἀθέσμων, τῆς νεότητος τὰ πλήθη παραπαίει, ὅθεν χεῖρα τούτοις, παράσχου θεοφόρε.

Θεοτοκίον
Σεσαρκωμένος, ἐκ τῆς ἁγίας γαστρός σου, ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης καὶ Υἱός σου, Δέσποινα ἐξῆλθε, τοῦ σῶσαι τοὺς ἀνθρώπους.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
δοὺ ἐν εὐλαβείᾳ, τείνοντες τὰς χεῖρας, καθικετεύομεν πάντες Παΐσιε, μὴ διαλείπῃς φροντίζων ἡμᾶς ἑκάστοτε.

σεὶ τροφὸς καὶ μήτηρ, τοὺς σὲ ἀνυμνοῦντας, ἐν ταῖς ἀνάγκαις τοῦ βίου Παΐσιε, ἀεὶ παράσχου θεόφρον αὐτοῖς τὰ χρήσιμα.

Σουρωτὴ καὶ Ἄθως, καὶ πᾶσα Ἐκκλησία, ἐπικαλεῖταί σε πάτερ Παΐσιε, ὅπως σωφρόνως τὴν τρίβον Χριστοῦ βαδίσωμεν.

Θεοτοκίον
Λοιμοῦ λιμοῦ καὶ ἄλλων, δεινῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι, ταῖς σαῖς πρεσβείαις ἐλπίζομεν τάχιστα, ἀπαλλαγῆναι ταχέως σεπτὲ Παΐσιε.

Τὸ Ἄξιόν ἐστι καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια.

Χαίροις τῶν Φαράσων θεῖος βλαστός, Ἄθωνος τοῦ Ὄρους περιάκουστος ἀσκητής, χαίροις τῆς Ἑλλάδος ὁ φωτιστὴς ὁ νέος, Παΐσιε τῶν νέων μέγιστε σύμμαχε.

Χαίροις ὁ διδάσκαλος Σουρωτῆς, τοῦ Σιναίου ὄρους ὁ σεμνότατος ἀσκητής, χαίροις ἐν Κονίτσῃ τῶν συμπατριωτῶν σου, κατοίκων ὄντως τύπος πάτερ πρὸς μίμησιν.

νδρας καὶ γυναῖκας ναρκομανεῖς, καὶ πληθὺν ἀνθρώπων, δαιμονώντων ταῖς σαῖς λιταῖς, καὶ τοὺς ἀσθενοῦντας, πολυειδῶς θεόφρον, Παΐσιε μὴ παύσῃ, σώζων ἑκάστοτε.

Μοναζόντων ὅσιε τὸν χορόν, ταῖς ἱκετηρίαις, πρὸς Δεσπότην διηνεκῶς, ὅσιε βοήθει, ὡς παῤῥησίαν ἔχων, Παΐσιε μεγίστην, θεομακάριστε.

χοντες ὡς μέγιστον θησαυρόν, τὸν σὸν τάφον πάτερ, ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καὶ θάρσος, ἐν τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου, Παΐσιε παμμάκαρ, ἄνερ τῆς χάριτος.

Πάτερ ὁσιώτατε τοὺς βροτούς, τοὺς ὑμνολογοῦντας, πολιτείαν σου τὴν σεπτήν, τῇ ἐπισκοπῇ σου, προστάτευσον ἐκ βλάβης, βελίαρ τοῦ ἀρχαίου, τοῦ πολεμήτορος.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων...

Τρισάγιον.
Εἶτα ἐκτενὴς καὶ ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν τὸ παρὸν Προσόμοιον.

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σε νεκρόν.
Πάθη τὰ δυσώδη τῆς ψυχῆς, καὶ τὰ ἀνομήματα πάντα, τὰς ἀῤῥωστίας σαρκός, καὶ τὰ ἐνεργήματα, πολυειδῶν φοβιῶν, τῆς δειλίας τὴν βάσανον, καὶ πάσης ἀνάγκης, ἄγχος καὶ δυνάστευσιν, καὶ τοῦ ἐλθεῖν τὰ κακά, ὅσιε Παΐσιε σπεῦσον, ταῖς πρὸς τὸν Χριστὸν ἱκεσίαις, παῦσαι ἀπὸ πάντων τῶν ὑμνούντων σε.

Δέσποινα πρόσδεξαι...

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου...

Ὁ ἱερεύς, Δι’ εὐχῶν...