Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ἐγκύκλιον Σημείωμα 1936/881/27-9-2015 Σχολές Γονέων Ἱερᾶς μητροπόλεων Χίου

Ἐγκύκλιον Σημείωμα 1936/881/27-9-2015 Σχολές Γονέων Ἱερᾶς μητροπόλεων Χίου

E-mail Εκτύπωση PDF
Ἀριθμ. Πρωτ. 1936
Ἀ­ριθμ. Δι­εκπ.  881
Ἐν Χί­ῳ τῇ  27ῃ  Σεπτεμβρίου 2015
Μνήμη Καλλιστράτου μάρτυρος
ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πρός
Τόν Ἱ­ε­ρόν Κλῆ­ρον
καί τόν εὐ­σε­βῆ λα­όν
τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως
Ἐν­ταῦ­θα

Διά τοῦ παρόντος γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι αἱ Σχολαί Γονέων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν θά λειτουργήσουν καί ἐφέτος, διά τρίτον ἔτος εἰς τήν Ἐνοριακήν Αἴθουσαν τοῦ  Ἱ. Ναοῦ Εὐαγγελιστρίας πόλεως Χίου διά τούς ἐνδιαφερομένους ἐκ τῆς πόλεως Χίου, Κάμπου, Καμποχώρων, Θυμιανῶν καί Νεοχωρίου, εἰς τήν Ἐνοριακήν Αἴθουσαν τοῦ  Ἱ. Ναοῦ Παναγίας Ἐρειθιανῆς Βροντάδου διά τούς ἐνδιαφερομένους ἐκ Βροντάδου καί Βορείου Χίου καί εἰς τήν Ἐνοριακήν Αἴθουσαν τοῦ  Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Νενήτων διά τούς ἐνδιαφερομένους ἐκ τῆς Νοτίου Χίου.
Διά τόν μῆνα Ὀκτώβριον 2015 τό πρόγραμμα ἔχει ὡς ἀκολούθως:
Σάββατον 10 Ὀκτωβρίου 2015 ὥρα 6.30 μ.μ. εἰς τήν Ἐνοριακήν Αἴθουσαν τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίου Γεωργίου Νενήτων.
Κυριακή 11 Ὀκτωβρίου 2015 ὥρα 6.30 μ.μ. εἰς τὴν Ἐνοριακήν Αἴθουσαν τοῦ Ἱ. Ν. Παναγίας Ἐρειθιανῆς
Κυριακή 18 Ὀκτωβρίου 2015 ὥρα 6.30 μ.μ. εἰς τήν Ἐνοριακήν Αἴθουσαν τοῦ Ἱ.Ν. Παναγίας Εὐαγγελιστρίας.
Διὰ τάς ὁμιλίας τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου ἔχει ὁρισθῆ Εἰσηγητὴς ὁ κ. Παντελῆς Πρώιος, Διπλωματοῦχος Ψυχολόγος, μὲ θέμα:
«Ἡ ὄμορφη καί ἄχαρη ἐφηβεία».
Προσκαλοῦνται οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὅπως προσέλθουν καὶ παρακολουθήσουν τάς ὡς ἄνω ὁμιλίας, μετά τάς ὁποίας θά ὑποβάλλωνται ἐρωτήσεις καί θά ἀκολουθῇ συζήτησις.

Σημείωσις: Παρακαλοῦνται οἱ Εὐλαβ. Ἐφημέριοι, ὅπως ἀναγιγνώσκουν τό παρόν Ἐγκύκλιον Σημείωμα κατά τάς Ἱ. Ἀκολουθίας ὡς καί πρό τῆς ἀπολύσεως τῆς Θ. Λειτουργίας
α) τῶν Ἀρχιερατικῶν Ἐπιτροπειῶν Νενήτων καί Πυργίου τήν 4ην Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ.
β) τῶν Ἀρχιερατικῶν Ἐπιτροπειῶν Βροντάδου καί Καρδαμύλων τήν 4ην καί 11ην Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ.
γ) τῶν Ἀρχιερατικῶν Ἐπιτροπειῶν Χίου, Κάμπου καί Χαλκείου τήν 11ην καί 18ην Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ.
Κοινοποίησις: Τομεύς Γάμου καί Οἰκογενείας. ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Γιατί έχουμε στενοχώρια;


Χωρίς Χριστό ἀχριστεύεσαι καί ἀχρηστεύεσαι! Όσο λιγότερη πίστη έχουμε, τόσο περισσότερη είναι ή στεναχώρια μας.
Μια από τις σπουδαιότερες ωφέλειες της πίστης είναι ή απελευθέρωση του άνθρωπου από τις πολλές στεναχώριες. Όσο το παιδί γνωρίζει πώς υπάρχει ό πατέρας, πού φροντίζει για το σπίτι και για oλες τις δουλειές του σπιτιού, κάθε στεναχώρια του τελειώνει γρήγορα με τραγούδι. Μόλις όμως χαθεί αυτή ή αίσθηση, σωπαίνει το τραγούδι! Τότε το παιδί αισθάνεται ορφανό και μόνο, περιτριγυρισμένο από στεναχώριες, αισθάνεται περιτριγυρισμένο από ένα σμήνος σφίγγες.
Όσο περισσότερο ό άνθρωπος προσπαθεί μόνος του, με τις δικές του δυνάμεις να «ξεφορτώσει» τις στεναχώριες του, τόσο περισσότερο μπερδεύεται στα δίχτυα τους.
Ή χαρά σβήνει, τα μαλλιά ασπρίζουν, το σώμα «εξατμίζεται», ό θυμός μαζεύεται, μέχρι πού ό άνθρωπος καταλήγει σαν μία τσάντα ξηρού δέρματος γεμάτη θυμό, σκυμμένη πάνω από τον τάφο.

Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες;
Αυτό είναι το ερώτημα, πού θέτει ό Σωτήρας στην ανθρωπότητα πού είναι ταραγμένη και διαμελισμένη σε κομμάτια από τις πολλές στεναχώριες.
-Ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχη στο ανάστημα του; (Ματθ. 6, 27). -Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες; Ενδέχεται αύριο το πρωί ό ήλιος να μην ανατείλει;
Εκείνος πού φροντίζει να ανατείλει αύριο το πρωί ό ήλιος στη συγκεκριμένη ώρα και στο συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, θα φροντίσει όλες τις δικές σας μικρές στεναχώριες.
Ό Επίκτητος, ό στωικός φιλόσοφος, λέει: πώς ό άνθρωπος πού δεν είναι σοφός, κατηγορεί τούς άλλους ανθρώπους, όταν δεν πηγαίνουν τα πράγματα όπως πρέπει.
Εκείνος πού αρχίζει να κατακτά τη σοφία, συνεχίζει, κατηγορεί τον εαυτό του. Ό σοφός όμως είναι άνθρωπος πού δεν κατηγορεί ούτε τον εαυτό του, ούτε τούς άλλους ανθρώπους. «Σοφός άνθρωπος», σύμφωνα με τον φιλόσοφο, «είναι εκείνος ό όποιος πλήρως παραδόθηκε στα χέρια του Οικουμενικού Νου».

Ό Ησαΐας εξηγεί σαφέστερα την ανθρώπινη πορεία: «Ιδού οι δουλεύοντές μοι άγαλλιάσονται εν ευφροσύνη, υμείς δε κεκράξεσθε διά τον πόνον της καρδίας υμών και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε» (Ησαΐας ΞΕ’, 14)
Δηλαδή: -Κοιτάξτε οι δούλοι μου θα υμνούν από τη χαρά πού θα έχουν στην καρδιά και εσείς (πού εγκαταλείψατε τον Κύριο), θα κραυγάζετε από τη λύπη πού θα έχετε στην καρδιά και θα θρηνείτε από την συντριβή του πνεύματος σας.
Δούλος του Κυρίου, σύμφωνα με τον προφήτη Ησαΐα, είναι εκείνος πού υπακούει στο θέλημα του Κυρίου χωρίς να γογγύζει, χωρίς να στεναχωριέται και χωρίς να φοβάται.



Μέ τόν Νικητή, κι ὁ χαμένος νικᾶ!
Τον ωραιότερο λόγο λέει ό Κύριος Ιησούς:
-Μάρθα, Μάρθα ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεσαι. -Ποιό είναι αυτό το ένα πού χρειάζομαι; -Πίστη ότι ό Πατέρας ζει.
Πώς Αυτός φροντίζει τα πάντα για τον καθένα.
Πώς ό γιός (ό άνθρωπος) δεν μπορεί να καταφέρει τίποτε από μόνος τον.
Γιατί λοιπόν κάθε στεναχώρια σας δεν γίνεται τραγούδι;
Γιατί, αν πράγματι πιστεύετε στον Αληθινό, Άγρυπνο Πατέρα, τότε θα καταλάβετε πώς όλες οι κοσμικές στεναχώριες σας είναι παράλογες και ανόητες.
Με τις ατέλειωτες στεναχώριες σας το μόνο πού κάνετε είναι να αποδεικνύετε την απιστία σας στο Θεό.

Αν ισχυρίζεστε oτι πιστεύετε στο Θεό και πάλι τρικλίζετε στα σκοτεινά από το φορτίο της στεναχώριας σας, τότε ή πίστη σας είναι λίγη.
Ή απιστία σας δείχνει καθώς νομίζετε, ότι ό Οικοδεσπότης δεν μπορεί ή δεν θέλει ή δεν ξέρει να φροντίσει το σπίτι Του και αφήνει την φροντίδα του σπιτιού του στους δούλους Του. Με ποιό τρόπο οι δούλοι θα σώσουν το σπίτι, αν δεν μπορεί να το σώσει ό Οικοδεσπότης;

Πιθανόν θα θελήσετε να με διορθώσετε και θα πείτε: τα παιδιά και όχι οι δούλοι. Όμως αληθινά παιδιά είναι μόνον όσα αφήνουν όλες τις στεναχώριες τους, όλη τους τη θέληση, όλες τους τις σκέψεις, όλη τους την καρδιά στον Πατέρα και υπακούν με αμεριμνησία στη θέληση Του. Όλοι οι υπόλοιποι είναι δούλοι χωρίς ίχνος σοφίας, γιατί δεν μπορεί να ονομαστεί σοφός αυτός πού δεν αισθάνεται την παρουσία του ουράνιου Πατέρα. Όλοι οι υπόλοιποι πού δεν υπακούν στο θέλημα του Κυρίου, βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι γεμάτοι στεναχώριες.
Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀδιαπέραστη ὀμπρέλλα στήν βροχή κάθε δυσκολίας!
Ή πίστη είναι ένα χέρι δροσιάς και ανακούφισης πού απλώνεται στους κατοίκους της κόλασης. Όλα τα υπόλοιπα εκτός από αυτό το χέρι είναι πυρακτωμένη φωτιά. Οι άμυαλοι άνθρωποι φορτώνοντας τον εαυτό τους με στεναχώριες χύνουν λιωμένο σίδηρο σε λιωμένο μόλυβδο. Με τη φλόγα όμως δεν σβήνεται ή φλόγα. Γιατί οι στεναχώριες είναι σαν να καίγεσαι πάνω σε λιωμένο μέταλλο. Μόνο ή πίστη μπορεί να σβήσει αυτή τη φωτιά.

Μεγάλη πίστη-μικρές στεναχώριες.
Τέλεια πίστη-τέλεια αμεριμνησία.
Τέλεια πίστη-τέλεια χαρά.
-Να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση. (Ματθ. 5, 12) -Σας τα είπα αυτά, ώστε ή χαρά ή δική μου να είναι μέσα σας κι ή χαρά σας να είναι ολοκληρωμένη (Ίωάν. 15, 11).
Ό Μωυσής ακολουθούσε τον Θεό όπως το παιδί τον πατέρα. Το ίδιο και ό Αβραάμ και ό Ισαάκ και ό Ιακώβ. Το ίδιο και ό Σαμουήλ και ό Δαβίδ. Θυμηθείτε πότε δυσκολεύονταν ό Μωυσής και ό Δαβίδ. Δυσκολεύονταν τότε πού έχαναν την εμπιστοσύνη τους στον Κύριο και «φορτώνονταν» ατέλειωτες στεναχώριες, βασιζόμενοι στον εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Και ό Ιησούς; Δεν ήταν το τελειότερο παιδί πού είχε πλήρη αφοσίωση, υπακοή και εμπιστοσύνη στον Πατέρα; Το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι χαρά και όχι λύπη! Ανακούφιση και όχι στεναχώρια.

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΚΟΙΜΗΣΟΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ.

Ένα γραμμάριο πίστης αξίζει περισσότερο από ένα ολόκληρο φορτίο με στεναχώριες!
Ό χριστιανός πού δεν το συνειδητοποίησε αυτό και δεν το αποδέχτηκε, είναι βαπτισμένος μόνο με νερό και όχι με Άγιο Πνεύμα.

Ό ιερέας πού δεν το αντιλήφθηκε και δεν το υιοθέτησε ως αρχή «κατρακυλά» σαν πέτρα από βουνό, γιατί αυτός είναι πού πρέπει να στηρίζει, να ενθαρρύνει άλλους ανθρώπους να σηκωθούν.
Ή ευλογία του Θεού, ή ειρήνη, ή υγεία ακολουθούν τον δούλο του Χριστού πού έχει τη δύναμη να φωνάξει με όλη την ψυχή του: -Αληθινά, περισσότερα καταφέρνει κανείς με την πίστη παρά με την στεναχώρια!
«Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε άνατίθημι, Μήτερ τον Θεού, φύλαξαν με υπό την σκέπην σου».

Πηγή: Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Αντέχουμε

Γιατί έχουμε στενοχώρια;


Χωρίς Χριστό ἀχριστεύεσαι καί ἀχρηστεύεσαι! Όσο λιγότερη πίστη έχουμε, τόσο περισσότερη είναι ή στεναχώρια μας.
Μια από τις σπουδαιότερες ωφέλειες της πίστης είναι ή απελευθέρωση του άνθρωπου από τις πολλές στεναχώριες. Όσο το παιδί γνωρίζει πώς υπάρχει ό πατέρας, πού φροντίζει για το σπίτι και για oλες τις δουλειές του σπιτιού, κάθε στεναχώρια του τελειώνει γρήγορα με τραγούδι. Μόλις όμως χαθεί αυτή ή αίσθηση, σωπαίνει το τραγούδι! Τότε το παιδί αισθάνεται ορφανό και μόνο, περιτριγυρισμένο από στεναχώριες, αισθάνεται περιτριγυρισμένο από ένα σμήνος σφίγγες.
Όσο περισσότερο ό άνθρωπος προσπαθεί μόνος του, με τις δικές του δυνάμεις να «ξεφορτώσει» τις στεναχώριες του, τόσο περισσότερο μπερδεύεται στα δίχτυα τους.
Ή χαρά σβήνει, τα μαλλιά ασπρίζουν, το σώμα «εξατμίζεται», ό θυμός μαζεύεται, μέχρι πού ό άνθρωπος καταλήγει σαν μία τσάντα ξηρού δέρματος γεμάτη θυμό, σκυμμένη πάνω από τον τάφο.

Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες;
Αυτό είναι το ερώτημα, πού θέτει ό Σωτήρας στην ανθρωπότητα πού είναι ταραγμένη και διαμελισμένη σε κομμάτια από τις πολλές στεναχώριες.
-Ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχη στο ανάστημα του; (Ματθ. 6, 27). -Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες; Ενδέχεται αύριο το πρωί ό ήλιος να μην ανατείλει;
Εκείνος πού φροντίζει να ανατείλει αύριο το πρωί ό ήλιος στη συγκεκριμένη ώρα και στο συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, θα φροντίσει όλες τις δικές σας μικρές στεναχώριες.
Ό Επίκτητος, ό στωικός φιλόσοφος, λέει: πώς ό άνθρωπος πού δεν είναι σοφός, κατηγορεί τούς άλλους ανθρώπους, όταν δεν πηγαίνουν τα πράγματα όπως πρέπει.
Εκείνος πού αρχίζει να κατακτά τη σοφία, συνεχίζει, κατηγορεί τον εαυτό του. Ό σοφός όμως είναι άνθρωπος πού δεν κατηγορεί ούτε τον εαυτό του, ούτε τούς άλλους ανθρώπους. «Σοφός άνθρωπος», σύμφωνα με τον φιλόσοφο, «είναι εκείνος ό όποιος πλήρως παραδόθηκε στα χέρια του Οικουμενικού Νου».

Ό Ησαΐας εξηγεί σαφέστερα την ανθρώπινη πορεία: «Ιδού οι δουλεύοντές μοι άγαλλιάσονται εν ευφροσύνη, υμείς δε κεκράξεσθε διά τον πόνον της καρδίας υμών και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε» (Ησαΐας ΞΕ’, 14)
Δηλαδή: -Κοιτάξτε οι δούλοι μου θα υμνούν από τη χαρά πού θα έχουν στην καρδιά και εσείς (πού εγκαταλείψατε τον Κύριο), θα κραυγάζετε από τη λύπη πού θα έχετε στην καρδιά και θα θρηνείτε από την συντριβή του πνεύματος σας.
Δούλος του Κυρίου, σύμφωνα με τον προφήτη Ησαΐα, είναι εκείνος πού υπακούει στο θέλημα του Κυρίου χωρίς να γογγύζει, χωρίς να στεναχωριέται και χωρίς να φοβάται.



Μέ τόν Νικητή, κι ὁ χαμένος νικᾶ!
Τον ωραιότερο λόγο λέει ό Κύριος Ιησούς:
-Μάρθα, Μάρθα ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεσαι. -Ποιό είναι αυτό το ένα πού χρειάζομαι; -Πίστη ότι ό Πατέρας ζει.
Πώς Αυτός φροντίζει τα πάντα για τον καθένα.
Πώς ό γιός (ό άνθρωπος) δεν μπορεί να καταφέρει τίποτε από μόνος τον.
Γιατί λοιπόν κάθε στεναχώρια σας δεν γίνεται τραγούδι;
Γιατί, αν πράγματι πιστεύετε στον Αληθινό, Άγρυπνο Πατέρα, τότε θα καταλάβετε πώς όλες οι κοσμικές στεναχώριες σας είναι παράλογες και ανόητες.
Με τις ατέλειωτες στεναχώριες σας το μόνο πού κάνετε είναι να αποδεικνύετε την απιστία σας στο Θεό.

Αν ισχυρίζεστε oτι πιστεύετε στο Θεό και πάλι τρικλίζετε στα σκοτεινά από το φορτίο της στεναχώριας σας, τότε ή πίστη σας είναι λίγη.
Ή απιστία σας δείχνει καθώς νομίζετε, ότι ό Οικοδεσπότης δεν μπορεί ή δεν θέλει ή δεν ξέρει να φροντίσει το σπίτι Του και αφήνει την φροντίδα του σπιτιού του στους δούλους Του. Με ποιό τρόπο οι δούλοι θα σώσουν το σπίτι, αν δεν μπορεί να το σώσει ό Οικοδεσπότης;

Πιθανόν θα θελήσετε να με διορθώσετε και θα πείτε: τα παιδιά και όχι οι δούλοι. Όμως αληθινά παιδιά είναι μόνον όσα αφήνουν όλες τις στεναχώριες τους, όλη τους τη θέληση, όλες τους τις σκέψεις, όλη τους την καρδιά στον Πατέρα και υπακούν με αμεριμνησία στη θέληση Του. Όλοι οι υπόλοιποι είναι δούλοι χωρίς ίχνος σοφίας, γιατί δεν μπορεί να ονομαστεί σοφός αυτός πού δεν αισθάνεται την παρουσία του ουράνιου Πατέρα. Όλοι οι υπόλοιποι πού δεν υπακούν στο θέλημα του Κυρίου, βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι γεμάτοι στεναχώριες.
Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀδιαπέραστη ὀμπρέλλα στήν βροχή κάθε δυσκολίας!
Ή πίστη είναι ένα χέρι δροσιάς και ανακούφισης πού απλώνεται στους κατοίκους της κόλασης. Όλα τα υπόλοιπα εκτός από αυτό το χέρι είναι πυρακτωμένη φωτιά. Οι άμυαλοι άνθρωποι φορτώνοντας τον εαυτό τους με στεναχώριες χύνουν λιωμένο σίδηρο σε λιωμένο μόλυβδο. Με τη φλόγα όμως δεν σβήνεται ή φλόγα. Γιατί οι στεναχώριες είναι σαν να καίγεσαι πάνω σε λιωμένο μέταλλο. Μόνο ή πίστη μπορεί να σβήσει αυτή τη φωτιά.

Μεγάλη πίστη-μικρές στεναχώριες.
Τέλεια πίστη-τέλεια αμεριμνησία.
Τέλεια πίστη-τέλεια χαρά.
-Να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση. (Ματθ. 5, 12) -Σας τα είπα αυτά, ώστε ή χαρά ή δική μου να είναι μέσα σας κι ή χαρά σας να είναι ολοκληρωμένη (Ίωάν. 15, 11).
Ό Μωυσής ακολουθούσε τον Θεό όπως το παιδί τον πατέρα. Το ίδιο και ό Αβραάμ και ό Ισαάκ και ό Ιακώβ. Το ίδιο και ό Σαμουήλ και ό Δαβίδ. Θυμηθείτε πότε δυσκολεύονταν ό Μωυσής και ό Δαβίδ. Δυσκολεύονταν τότε πού έχαναν την εμπιστοσύνη τους στον Κύριο και «φορτώνονταν» ατέλειωτες στεναχώριες, βασιζόμενοι στον εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Και ό Ιησούς; Δεν ήταν το τελειότερο παιδί πού είχε πλήρη αφοσίωση, υπακοή και εμπιστοσύνη στον Πατέρα; Το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι χαρά και όχι λύπη! Ανακούφιση και όχι στεναχώρια.

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΚΟΙΜΗΣΟΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ.

Ένα γραμμάριο πίστης αξίζει περισσότερο από ένα ολόκληρο φορτίο με στεναχώριες!
Ό χριστιανός πού δεν το συνειδητοποίησε αυτό και δεν το αποδέχτηκε, είναι βαπτισμένος μόνο με νερό και όχι με Άγιο Πνεύμα.

Ό ιερέας πού δεν το αντιλήφθηκε και δεν το υιοθέτησε ως αρχή «κατρακυλά» σαν πέτρα από βουνό, γιατί αυτός είναι πού πρέπει να στηρίζει, να ενθαρρύνει άλλους ανθρώπους να σηκωθούν.
Ή ευλογία του Θεού, ή ειρήνη, ή υγεία ακολουθούν τον δούλο του Χριστού πού έχει τη δύναμη να φωνάξει με όλη την ψυχή του: -Αληθινά, περισσότερα καταφέρνει κανείς με την πίστη παρά με την στεναχώρια!
«Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε άνατίθημι, Μήτερ τον Θεού, φύλαξαν με υπό την σκέπην σου».

Πηγή: Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Αντέχουμε

Γιατί έχουμε στενοχώρια;


Χωρίς Χριστό ἀχριστεύεσαι καί ἀχρηστεύεσαι! Όσο λιγότερη πίστη έχουμε, τόσο περισσότερη είναι ή στεναχώρια μας.
Μια από τις σπουδαιότερες ωφέλειες της πίστης είναι ή απελευθέρωση του άνθρωπου από τις πολλές στεναχώριες. Όσο το παιδί γνωρίζει πώς υπάρχει ό πατέρας, πού φροντίζει για το σπίτι και για oλες τις δουλειές του σπιτιού, κάθε στεναχώρια του τελειώνει γρήγορα με τραγούδι. Μόλις όμως χαθεί αυτή ή αίσθηση, σωπαίνει το τραγούδι! Τότε το παιδί αισθάνεται ορφανό και μόνο, περιτριγυρισμένο από στεναχώριες, αισθάνεται περιτριγυρισμένο από ένα σμήνος σφίγγες.
Όσο περισσότερο ό άνθρωπος προσπαθεί μόνος του, με τις δικές του δυνάμεις να «ξεφορτώσει» τις στεναχώριες του, τόσο περισσότερο μπερδεύεται στα δίχτυα τους.
Ή χαρά σβήνει, τα μαλλιά ασπρίζουν, το σώμα «εξατμίζεται», ό θυμός μαζεύεται, μέχρι πού ό άνθρωπος καταλήγει σαν μία τσάντα ξηρού δέρματος γεμάτη θυμό, σκυμμένη πάνω από τον τάφο.

Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες;
Αυτό είναι το ερώτημα, πού θέτει ό Σωτήρας στην ανθρωπότητα πού είναι ταραγμένη και διαμελισμένη σε κομμάτια από τις πολλές στεναχώριες.
-Ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχη στο ανάστημα του; (Ματθ. 6, 27). -Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες; Ενδέχεται αύριο το πρωί ό ήλιος να μην ανατείλει;
Εκείνος πού φροντίζει να ανατείλει αύριο το πρωί ό ήλιος στη συγκεκριμένη ώρα και στο συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, θα φροντίσει όλες τις δικές σας μικρές στεναχώριες.
Ό Επίκτητος, ό στωικός φιλόσοφος, λέει: πώς ό άνθρωπος πού δεν είναι σοφός, κατηγορεί τούς άλλους ανθρώπους, όταν δεν πηγαίνουν τα πράγματα όπως πρέπει.
Εκείνος πού αρχίζει να κατακτά τη σοφία, συνεχίζει, κατηγορεί τον εαυτό του. Ό σοφός όμως είναι άνθρωπος πού δεν κατηγορεί ούτε τον εαυτό του, ούτε τούς άλλους ανθρώπους. «Σοφός άνθρωπος», σύμφωνα με τον φιλόσοφο, «είναι εκείνος ό όποιος πλήρως παραδόθηκε στα χέρια του Οικουμενικού Νου».

Ό Ησαΐας εξηγεί σαφέστερα την ανθρώπινη πορεία: «Ιδού οι δουλεύοντές μοι άγαλλιάσονται εν ευφροσύνη, υμείς δε κεκράξεσθε διά τον πόνον της καρδίας υμών και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε» (Ησαΐας ΞΕ’, 14)
Δηλαδή: -Κοιτάξτε οι δούλοι μου θα υμνούν από τη χαρά πού θα έχουν στην καρδιά και εσείς (πού εγκαταλείψατε τον Κύριο), θα κραυγάζετε από τη λύπη πού θα έχετε στην καρδιά και θα θρηνείτε από την συντριβή του πνεύματος σας.
Δούλος του Κυρίου, σύμφωνα με τον προφήτη Ησαΐα, είναι εκείνος πού υπακούει στο θέλημα του Κυρίου χωρίς να γογγύζει, χωρίς να στεναχωριέται και χωρίς να φοβάται.



Μέ τόν Νικητή, κι ὁ χαμένος νικᾶ!
Τον ωραιότερο λόγο λέει ό Κύριος Ιησούς:
-Μάρθα, Μάρθα ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεσαι. -Ποιό είναι αυτό το ένα πού χρειάζομαι; -Πίστη ότι ό Πατέρας ζει.
Πώς Αυτός φροντίζει τα πάντα για τον καθένα.
Πώς ό γιός (ό άνθρωπος) δεν μπορεί να καταφέρει τίποτε από μόνος τον.
Γιατί λοιπόν κάθε στεναχώρια σας δεν γίνεται τραγούδι;
Γιατί, αν πράγματι πιστεύετε στον Αληθινό, Άγρυπνο Πατέρα, τότε θα καταλάβετε πώς όλες οι κοσμικές στεναχώριες σας είναι παράλογες και ανόητες.
Με τις ατέλειωτες στεναχώριες σας το μόνο πού κάνετε είναι να αποδεικνύετε την απιστία σας στο Θεό.

Αν ισχυρίζεστε oτι πιστεύετε στο Θεό και πάλι τρικλίζετε στα σκοτεινά από το φορτίο της στεναχώριας σας, τότε ή πίστη σας είναι λίγη.
Ή απιστία σας δείχνει καθώς νομίζετε, ότι ό Οικοδεσπότης δεν μπορεί ή δεν θέλει ή δεν ξέρει να φροντίσει το σπίτι Του και αφήνει την φροντίδα του σπιτιού του στους δούλους Του. Με ποιό τρόπο οι δούλοι θα σώσουν το σπίτι, αν δεν μπορεί να το σώσει ό Οικοδεσπότης;

Πιθανόν θα θελήσετε να με διορθώσετε και θα πείτε: τα παιδιά και όχι οι δούλοι. Όμως αληθινά παιδιά είναι μόνον όσα αφήνουν όλες τις στεναχώριες τους, όλη τους τη θέληση, όλες τους τις σκέψεις, όλη τους την καρδιά στον Πατέρα και υπακούν με αμεριμνησία στη θέληση Του. Όλοι οι υπόλοιποι είναι δούλοι χωρίς ίχνος σοφίας, γιατί δεν μπορεί να ονομαστεί σοφός αυτός πού δεν αισθάνεται την παρουσία του ουράνιου Πατέρα. Όλοι οι υπόλοιποι πού δεν υπακούν στο θέλημα του Κυρίου, βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι γεμάτοι στεναχώριες.
Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀδιαπέραστη ὀμπρέλλα στήν βροχή κάθε δυσκολίας!
Ή πίστη είναι ένα χέρι δροσιάς και ανακούφισης πού απλώνεται στους κατοίκους της κόλασης. Όλα τα υπόλοιπα εκτός από αυτό το χέρι είναι πυρακτωμένη φωτιά. Οι άμυαλοι άνθρωποι φορτώνοντας τον εαυτό τους με στεναχώριες χύνουν λιωμένο σίδηρο σε λιωμένο μόλυβδο. Με τη φλόγα όμως δεν σβήνεται ή φλόγα. Γιατί οι στεναχώριες είναι σαν να καίγεσαι πάνω σε λιωμένο μέταλλο. Μόνο ή πίστη μπορεί να σβήσει αυτή τη φωτιά.

Μεγάλη πίστη-μικρές στεναχώριες.
Τέλεια πίστη-τέλεια αμεριμνησία.
Τέλεια πίστη-τέλεια χαρά.
-Να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση. (Ματθ. 5, 12) -Σας τα είπα αυτά, ώστε ή χαρά ή δική μου να είναι μέσα σας κι ή χαρά σας να είναι ολοκληρωμένη (Ίωάν. 15, 11).
Ό Μωυσής ακολουθούσε τον Θεό όπως το παιδί τον πατέρα. Το ίδιο και ό Αβραάμ και ό Ισαάκ και ό Ιακώβ. Το ίδιο και ό Σαμουήλ και ό Δαβίδ. Θυμηθείτε πότε δυσκολεύονταν ό Μωυσής και ό Δαβίδ. Δυσκολεύονταν τότε πού έχαναν την εμπιστοσύνη τους στον Κύριο και «φορτώνονταν» ατέλειωτες στεναχώριες, βασιζόμενοι στον εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Και ό Ιησούς; Δεν ήταν το τελειότερο παιδί πού είχε πλήρη αφοσίωση, υπακοή και εμπιστοσύνη στον Πατέρα; Το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι χαρά και όχι λύπη! Ανακούφιση και όχι στεναχώρια.

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΚΟΙΜΗΣΟΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ.

Ένα γραμμάριο πίστης αξίζει περισσότερο από ένα ολόκληρο φορτίο με στεναχώριες!
Ό χριστιανός πού δεν το συνειδητοποίησε αυτό και δεν το αποδέχτηκε, είναι βαπτισμένος μόνο με νερό και όχι με Άγιο Πνεύμα.

Ό ιερέας πού δεν το αντιλήφθηκε και δεν το υιοθέτησε ως αρχή «κατρακυλά» σαν πέτρα από βουνό, γιατί αυτός είναι πού πρέπει να στηρίζει, να ενθαρρύνει άλλους ανθρώπους να σηκωθούν.
Ή ευλογία του Θεού, ή ειρήνη, ή υγεία ακολουθούν τον δούλο του Χριστού πού έχει τη δύναμη να φωνάξει με όλη την ψυχή του: -Αληθινά, περισσότερα καταφέρνει κανείς με την πίστη παρά με την στεναχώρια!
«Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε άνατίθημι, Μήτερ τον Θεού, φύλαξαν με υπό την σκέπην σου».

Πηγή: Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Αντέχουμε

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015


27 Σεπτεμβρίου 2015 - Κυριακή ΙΖ΄

E-mail Εκτύπωση PDF
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 39
Κυριακή ΙΖ΄ 
27 Σεπτεμβρίου 2015
(β΄Κορ. στ΄16 - ζ΄1)
«Καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός».
Καί θά εἶμαι Θεός ἰδικός των καί αὐτοί θά εἶναι λαός μου. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπενθυμίζει στούς Κορινθίους ἕνα χωρίο πού βρίσκουμε στήν Παλαιά Διαθήκη. Τούς λέγει ὅτι, ἀφ’ ὅτου πιστέψατε στό Χριστό ἀποτελεῖτε τό λαό τοῦ Θεοῦ. Πλησιάσατε τό Θεό καί ὁ Θεός πλησίασε σ’ ἐσᾶς καί περπατεῖ ἀνάμεσά σας. Ἦλθε τόσο κοντά σας, ὥστε γίνατε ἕνας ναός, μέσα στόν ὁποῖο ὁ Θεός κατοικεῖ καί λατρεύεται. Ἔχετε ὑποχρέωση νά ζεῖτε μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο, μία  ζωή, ὄχι ὅπως θέλει ὁ κόσμος ἀλλ’ ὅπως θέλει ὁ Θεός. Γι’ αὐτό ξεχωρίστε ἀπό τόν κόσμο καί τή νοοτροπία του, μή μιμεῖσθε καί μήν ἀγγίζετε τήν ἀκάθαρτη ζωή τους.
Μειοψηφία ἀποτελοῦν οἱ γνήσιοι χριστιανοί, πού, ὅμως, διαφέρει ἀπό τούς ἄλλους. Γιατί ἄν δέν διαφέρει, θά λέγονται χριστιανοί ἀλλά στήν πραγματικότητα θά εἶναι εἰδωλολάτρες. Ἕνας πραγματικός χριστιανός, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, μπορεῖ μέ τό ζῆλό του νά διόρθώσει ὁλόκληρο λαό. Ἄραγε ἐμεῖς σήμερα οἱ ὀρθόδοξοι Ἕλληνες μποροῦμε νά καυχιόμαστε πὼς εἴμαστε λαός τοῦ Θεοῦ;
Ἄν ἤμασταν λαός τοῦ Θεοῦ δέν θά τολμοῦσε κανείς νά βλασφημήσει τό Χριστό, τήν Παναγία μας, τά ὅσια καί τά ἱερά τῶν πατέρων μας. Ἄλλοτε στήν πατρίδα μας δέν ἀκουγόταν βλασφημία. Σήμερα ἀκόμα καί ἀπό τά μικρά παιδιά ἀκούγονται, ἀφοῦ κι ἐκεῖνα ἀκοῦν τούς μεγαλύτερούς τους. Ὁρισμένοι ἀνόητοι παπποῦδες μάλιστα, ὅταν τό πεντάχρονο ἐγγόνι τους βλασφημήσει τό ἔχουν καμάρι, γιατί… «μεγάλωσε». Μάλιστα γίνονται καί συζητήσεις νά ἀποποινικοποιηθεῖ ἡ βλασφημία. Καταδιώκεται κάποιος ἄν βρίσει τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας ἤ τόν Πρωθυπουργό ἀλλά ὄχι ὅταν βλασφημήσει τό Χριστό μας.
Ἄν ἤμασταν λαός τοῦ Θεοῦ, δέν θά ὑπῆρχε τόση διαφθορά, κλοπή, ἀδικία, ἐκμετάλλευση, ψευδορκία, χαρτοπαιξία, τζόγος, φόνοι, ἀμέτρητα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, ὅπου ἡ νεολαία, ἡ ἐλπίδα τοῦ τόπου μας, κάνει τή νύχτα, μέρα καί βέβαια ποῦ δουλειά τό πρωί, πολύ χειρότερα ποῦ ἐκκλησιασμός τήν Κυριακή!
Ἄν ἤμασταν λαός τοῦ Θεοῦ τά ζευγάρια πού παντρεύονται μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, θά γεννοῦσαν ὅσα παιδιά τούς δίνει ὁ Θεός καί θά τά ἀνέτρεφαν σωστά. Σήμερα γονεῖς καί γιατροί γίνονται παιδοκτόνοι. Οἱ ἐκτρώσεις στή χώρα μας, τήν Ἑλλάδα πού γερνάει, ἔχουν ξεπεράσει τίς 400.000 τό χρόνο. Ἡ ἔκτρωση εἶναι φόνος. Πότε θά τό καταλάβουμε; Οἱ παπποῦδες μας πού γεννοῦσαν 5, 7, 10, 12 παιδιά ζοῦσαν ἁπλά χωρίς πολλές ἔννοιες. Ζοῦσαν μέ ὅ,τι εἶχαν κι ἦταν εὐτυχισμένοι, γιατί γύρω τους εἶχαν τά παιδιά τους, τό μεγαλύτερο θησαυρό. Κι ὅταν ἦρθε ἡ κατοχή καὶ ἡ πεῖνα καί πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ πέρασε ἡ δυσκολία, ἡ πατρίδα μας ὀρθοπόδησε, γιατί ὑπῆρχαν παιδιά πού μεγάλωσαν καί ἡ χώρα μας ἀναπτύχθηκε. Ἄν σήμερα ἔρθει μία παρόμοια καταστροφή μέ ποιά παιδιά θά συνεχιστεῖ τό ἑλληνικό γένος; Οἱ γείτονές μας, οἱ Τοῦρκοι, πολλαπλασιάζονται μέ γοργό ρυθμό τήν ὥρα πού ἐμεῖς μειωνόμαστε.
Ἄν ἤμασταν λαός τοῦ Θεοῦ, ἡ νομοθεσία τοῦ κράτους μας θά ἦταν σύμφωνη μέ τό Εὐαγγέλιο. Σήμερα ψηφίζονται ἑκατοντάδες ἀντιχριστιανικοί νόμοι. Στό ὄνομα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καταργοῦνται ἐκκλησιαστικοί κανόνες Ἁγίων Συνόδων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Στό ὄνομα τῆς δημοκρατίας οἱ αἱρετικοί ἁλωνίζουν ἀνενόχλητοι τίς πόλεις καί τά χωριά τῆς ὀρθόδοξης Ἑλλάδας. Μέ νόμους μεταρρυθμιστικούς καταργοῦν τήν ἑλληνοχριστιανική ἀγωγή στήν ἐκπαίδευση. Τροποποιεῖται τό οἰκογενειακό δίκαιο γιά νά ὑπάρχει ἰσότητα μεταξύ ἄνδρα καί γυναίκας. Ἀλλά αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει εἶναι πώς ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμοι. Στό ὄνομα τῆς ἐλευθερίας ψηφίστηκε ὁ «πολιτικός γάμος» πού μόνο γάμος δέν εἶναι. Τί εἶναι; Μιά καμουφλαρισμένη πορνεία.
Ἄν ἤμασταν λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ γάμος θά ἦταν ἀδιάλυτος. Θά ἴσχυε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «ὃ ὁ Θεός συνεζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω» (Ματθ. 19, 6). Διαζύγια δέν θά ὑπῆρχαν. Σήμερα οἱ δικηγόροι ζοῦν ἀπό τά διαζύγια καί τίς κληρονομικές διαφορές καί οἱ γιατροί ἀπό τίς ἐκτρώσεις. Ποῦ εἶσαι Κολοκοτρώνη, ποῦ εἶσαι Κανάρη καί οἱ ἀείμνηστοι ἥρωες τοῦ 1821 πού θεσπίσατε τό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδας «Εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος», νά δεῖτε τό κατάντημά μας!
Δυστυχῶς, ἀδελφοί μου, δέν εἴμαστε λαός τοῦ Θεοῦ καί μεγάλη εὐθύνη ἔχει ἐκτός τῶν ἄλλων καί ὁ κλῆρος. Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι ἡ Ἑλλάδα μας θά γίνει καί πάλι χώρα Ἁγίων, καί θά ἀνατείλουν καλύτερες μέρες στό Ἔθνος μας. Ἀμήν.ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Κυριακή Α΄ Λουκά

mhtropoliths antinohs pantelehmwn 01

Μητροπολίτης Αντινόης κ.κ. Παντελεήμονας

Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Απόστολος Πέτρος και οι λοιποί των Αποστόλων έμειναν εκστατικοί στην άγρα των ιχθύων. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ζήτησε να καθίσει στη βάρκα του Πέτρου και δίδασκε απ’ εκεί τον λαό. Οι υπόλοιποι εργάσθηκαν σκληρά όλη νύκτα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα και προσπαθούσαν να τακτοποιήσουν τα δίκτυα τους. Στο πρόσταγμα του Κυρίου να χαλάσουν τα δίκτυα, ο Πέτρος έριξε ξανά τα δίκτυα και τότε είδε την ευλογία του Θεού, διότι «τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ» (Λουκ. 5:6).

Η υπακοή στο θείο Θέλημα είναι η πρωταρχική φροντίδα του ανθρώπου. Ο θεοσεβής άνθρωπος αγωνίζεται να συμβαδίσει με τις θείες εντολές. Με την υπακοή στο θείο Θέλημα ο άνθρωπος ταυτίζει το δικό του θέλημα προς το θέλημα του Αγίου Θεού.

Ο Απόστολος Πέτρος πάνω στη δύσκολη ώρα της απογοήτευσης και κατάθλιψής του υπάκουσε τον Χριστό. Το αποτέλεσμα ήταν προφανές. Ο Θεός ευλόγησε τις προσπάθειες όλων εκείνων που εργάσθηκαν με τιμιότητα.

Στις καθημερινές μας προσπάθειες υπάρχουν στιγμές, που αισθανόμαστε ότι είμεθα μόνοι, εγκαταλελειμμένοι και ίσως προδομένοι από τους γύρω μας ευρισκομένους ανθρώπους. Πολλάκις δε αισθανόμαστε την απογοήτευση να κυριαρχεί στην καρδιά μας, όταν οι ελπίδες και οι προσδοκίες μας δεν φέρνουν το ποθούμενο.

Πόσες φορές δεν στραφήκαμε προς τον Θεό, αλλά δεν είδαμε κάποιο αποτέλεσμα; Μήπως ο Θεός δεν εισάκουσε τις προσευχές μας; Μήπως αναπαύεται στην ουράνια Του Βασιλεία και δεν επιδεικνύει κάποιο ενδιαφέρον για μας; Όχι, βέβαια! Η απάντηση σ’ αυτές τις ερωτήσεις βρίσκονται στο ότι δεν πρέπει μόνον να στρεφόμεθα στο Θεό με πίστη, αλλά θα πρέπει να μάθουμε να εμπιστευόμεστε τον εαυτό μας στο Θεό.

Ο Απόστολος Πέτρος όχι μόνον αποδέχτηκε τον Χριστό στην εργασία του, αλλά έδειξε απόλυτη υπακοή στο πρόσταγμα του Διδασκάλου. Χωρίς δεύτερη συζήτηση έριξε τα δίκτυα στα ρηχά νερά της λίμνης της Γεννησαρέτ. Και γι’ αυτή την υπακοή του ο Θεός ευλόγησε την εργασία του.

Πόσες φορές συνέβη στη ζωή μας το γεγονός ότι δεχτήκαμε τον Χριστό, αλλά δεν είμαστε υπάκουοι στο θέλημά Του; Πόσες φορές είπαμε ότι πιστεύομε στον Κύριο, αλλά δεν κατεβάλλαμε τις ανάλογες προσπάθειες για να ταπεινώσουμε τον εαυτό μας ενώπιον Του; Πόσες φορές δεν προσευχηθήκαμε στο Θεό, αλλά δεν μάθαμε να Τον εμπιστευόμαστε με όλη μας την καρδιά; Πόσες φορές βρεθήκαμε σε δύσκολες περιστάσεις και ζητήσαμε την θεία βοήθεια και συμπαράσταση, αλλά στην πραγματικότητα δεν πιστέψαμε στη θεία Πρόνοιά Του; Πόσες φορές πιστέψαμε ότι ο Θεός ως διά μαγείας θα επέμβει και θα εκπληρώσει τις επιθυμίες μας; Τέλος, πόσες φορές ενώ βλέπομε τα αποτελέσματα της θείας επεμβάσεως, πιστέψαμε ότι είναι καρποί των δικών μας προσπαθειών;

Ο Απόστολος Πέτρος ευλογήθηκε, διότι έδειξε υπακοή στον Χριστό. Οι ευλογίες του Θεού ήλθαν ως αποτελέσματα της υπακοής του Πέτρου στο θείο Θέλημα. Το θαύμα στη Γεννησαρέτ ήλθε εξ αιτίας της πιστότητας του Πέτρου. Ο Πέτρος, ως έμπειρος ψαράς, γνώριζε καλά ότι δεν μπορούσαν να υπάρχουν ψάρια στα ρηχά νερά της λίμνης. όλη νύκτα εργάσθηκε με τους συνεργάτες του και όμως δεν πιάσανε τίποτε απολύτως. Αλλά, έδειξε υπακοή στα λόγια του Κυρίου και χάλασε τα δίκτυά του. Προς χάρη του Κυρίου δεν δίστασε, δεν είπε «χάνομε τον καιρό μας». Υπάκουσε και εμπιστεύθηκε τα λόγια του Κυρίου.

Όλοι, σήμερα, εργαζόμαστε σκληρά. Όλοι τρέχομε και αγωνιζόμαστε για να βγάλομε το καθημερινό, τον «άρτον ημών τον επιούσιον». Αλλά, πόσες φορές έχομε αποτύχει; Εργάζεται κανείς τόσα χρόνια, αλλά στο τέλος βλέπει τα πάντα να καταρρέουν. Και αυτό γιατί; Μήπως είναι εξ αιτίας έλλειψης εξυπνάδας, ή ενδιαφέροντος, ή κακών ανθρώπων; Όλα αυτά είναι πιθανά, αλλά η κυρία αιτία είναι η έλλειψη αληθινής πίστης και εμπιστοσύνης στο Θεό.

Στις μέρες μας ο άνθρωπος έμαθε να εμπιστεύεται μόνον τον εαυτό του και όχι τον Θεό. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έμαθε να παραδίδεται εξ ολοκλήρου στη θεία Πρόνοια με αληθινή πίστη.
Η έλλειψη της πίστης είναι μία πνευματική ασθένεια της σύγχρονης κοινωνίας. Η έλλειψη της πίστης φέρνει ως αποτέλεσμά της την έλλειψη της προσευχής και την περιπλάνησή μας μακράν του Θεού. Η έλλειψη της πίστης είναι η αιτία της ανυπακοής μας προς το θείο Θέλημα και Εντολές. Η έλλειψη της πίστης είναι η αιτία της απιστίας προς τον Θεό. Η έλλειψη της πίστης είναι η αιτία που άνθρωπος στρέφεται προς το κακό και την αμαρτία.

Αγαπητά μου παιδιά, εάν θέλομε τις ευλογίες του Θεού στα σπίτια μας, στις εργασίες μας, στη ζωή μας, τότε, εμείς οφείλομε να στραφούμε σ’ Αυτόν, να υποκλιθούμε ενώπιόν Του και να δείξουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στη θεία Πρόνοιά Του. Οφείλομε να μιμηθούμε το παράδειγμα του Αποστόλου Πέτρου. Ας δείξομε πίστη και εμπιστοσύνη προς τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Ας εφαρμόσουμε τις Εντολές του Ευαγγελίου. Ας φανούμε αντάξιοι της κλήσεως μας, ως μαθητές του Διδασκάλου Χριστού. Αυτός ο τρόπος ζωής θα επιφέρει επάνω μας τις ευλογίες του Θεού. Αυτός είναι ο τρόπος της σωτηρίας.

Πηγή: Τράπεζα Ιδεών

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Ἐγκύκλιον Σημείωμα 1889/856/21-9-2015

E-mail Εκτύπωση PDF

Ἐγκύκλιον Σημείωμα 1889/856/21-9-2015

Ἀριθμ. Διεκπ. 856 
Ἐν Χίῳ τῇ 21ῃ Σεπτεμβρίου 2015
Μνήμη Κοδράτου ἱερομάρτυρος
ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πρός
Τόν Ἱερόν Κλῆρον
καί τόν εὐσεβῆ λαόν
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Ἐνταῦθα 
«Τήν νεότητα παιδαγώγησον».
Μέ αὐτούς τούς λόγους ἀπό τήν Θ. Λειτουργίαν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐκδηλώνεται ἡ ἀγάπη, ἡ μέριμνα καί ἡ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας μας πρός τούς νέους. Αὐτή τήν πρακτική τῆς Ἐκκλησίας ἀκολουθώντας, σᾶς ἐνημερώνουμε ὅτι ἀπό τήν Παρασκευή 6η Νοεμβρίου 2015 καί κάθε πρώτη Παρασκευή ἑκάστου μηνός ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. Μᾶρκος θά πραγματοποιεῖ στόν Ἱερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως (ὁδός Μητροπολίτου Παύλου 19, Τ.Κ. 82100 – Χίος) καί ὥρα 7.00 μ.μ. συνάντηση καί συζήτηση μέ φοιτητές καί φοιτήτριες, καθώς καί νέους καί νέες ἐπιστήμονες, μέ σκοπό τήν προσέγγιση διαφόρων θεμάτων μέσα ἀπ’ τό φῶς τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας.
Μετά τό πέρας τῆς συζητήσεως θά τελεῖται ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου. 
ΣΗΜ: Παρακαλοῦνται οἱ Αἰδεσιμ. Ἐφημέριοι, ὅπως ἀναγινώσκουν τό παρόν Ἐγκύκλιον Σημείωμα , κατά τήν Θ. Λειτουργίαν ἑκάστης Κυριακῆς.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης [24 Σεπτεμβρίου]


Ο ΟΣΙΟΣ Σιλουανός ο Αθωνίτης είναι μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες φυσιογνωμίες του αγιορείτικου και γενικότερα του ορθοδόξου μοναχισμού. 

Παράτολμο να αγγίξει κανείς τα βιώματα του μεγάλου Οσίου του Χριστού, του Οσίου της θείας Αγάπης, του «Παγκόσμιου» Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Ο βιογράφος του Αγίου Σιλουανού, μακαριστός γέρων Σωφρόνιος, έλεγε ότι το εγχείρημα δεν είναι εύκολο για άνθρωπο που δεν έχει ούτε το χάρισμα, ούτε την πείρα του γράφειν. Όμως με τη βοήθεια του Θεού και τις πρεσβείες του Αγίου Σιλουανού θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τον βίο και την πολιτεία του. 

Ο πατήρ Σιλουανός, κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντονώφ, χωρικός από την επαρχία Λεμπεντιάσκ, γεννήθηκε το 1866 και προσήλθε στον Άθωνα το 1892. Έλαβε τον μανδύα το 1896 και έγινε μεγαλόσχημος το 1911.

Γεγονότα που στάθηκαν σταθμοί στη ζωή του κατά κόσμον Συμεών ήταν η επιρροή που είχε από το άγιο παράδειγμα του πατέρα του.Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Όσιος «Ποτέ δεν θύμωνε, ήταν πάντοτε μετρημένος και ήσυχος με μεγάλη υπομονή, διάκριση και πραότητα. Να, ένα τέτοιο γέροντα ήθελα να έχω!».
  
Ο Συμεών νέος και δυνατός όντας, εργαζόταν σ’ ένα κτήμα ενός πρίγκηπα, όταν ο Θεός οικονόμησε να πάει για προσκύνημα στον τάφο του Αγίου Ιωάννου Σεζένωφ του έγκλειστου. Τότε εκεί η ψυχή του δέχτηκε τη χάρη του Θεού και γεύτηκε την θεία αγάπη. Από τότε προσευχόταν θερμά και με πολλά δάκρυα και του γεννήθηκε για πρώτη φορά ο πόθος για μοναχικό βίο. 

Όμως για τρεις μήνες, -τόσο διήρκεσε η χάρις στον νεαρό τότε Συμεών- επανήλθε στις διασκεδάσεις με τους φίλους του και έχασε τελείως την Θεία Χάρη και την προσευχή του. Σιγά-σιγά έπεσε στα δίκτυα του κόσμου τούτου και έφτασε να πίνει και βότκα σε σημείο μέθης μαζί με την παρέα του, ώσπου μια μέρα κτύπησε έναν νεαρό μέθυσο, σχεδόν μέχρι θανάτου

Όμως η Θεομήτωρ επενέβηκε με θαυμαστό τρόπο σώζοντάς τον από το βούρκο που ζούσε και φέρνοντας τον σε πραγματική μετάνοια και αλλαγή τρόπου ζωής. Στον ύπνο του είδε να καταπίνει ένα μεγάλο φίδι και ταράχτηκε τόσο από την αηδία που ένιωσε, που πετάχτηκε πάνω τρομαγμένος. Τότε άκουσε τη φωνή της Θεοτόκου να του λέει: «Όπως δεν σου άρεσε που κατάπιες το φίδι, έτσι δεν μου αρέσουν κι εμένα τα έργα σου». Η γλυκιά και γεμάτη πόνο φωνή της Παναγίας μας τον συγκλόνισε και ήταν η αφορμή ν’ αλλάξει αμέσως τρόπο ζωής και να ξαναγεννηθεί στην ψυχή του ο πόθος για τον μοναχισμό που κράτησε και σε όλη τη στρατιωτική του θητεία.
Κατά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας επισκέφτηκε τον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης και εκεί αφήνοντας ένα ολιγόλογο γράμμα στον άγιο, ο Συμεών έλεγε: «Άγιε πάτερ θέλω να γίνω μοναχός. Προσευχηθείτε να μην με κρατήσει ο κόσμος». Έφυγε αλλά από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να βουΐζουν γύρω του οι φλόγες του Άδη και αυτό το αισθανόταν από τότε σ’ όλη τη μετέπειτα μοναχική του ζωή. Μετά από λίγο μετάβηκε στον Άθωνα, όπου εκεί άρχισε ο μεγάλος αγώνας του. Αλλεπάλληλες μεταπτώσεις από τη Χάρη στην πλήρη εγκατάλειψη του Θεού, μαρτύριο ανείπωτο για όσους το βίωσαν. Χαρακτηριστικά έλεγε ο Άγιος ότι «αυτός που δέχτηκε την αγάπη του Θεού στην ψυχή του δεν αντέχει την εγκατάλειψη της Χάριτος και πονεί άχρι θανάτου».

Έτσι λοιπόν ο Άγιος Σιλουανός μέχρι να γίνει δοχείο της Χάριτος του Χριστού και να πληρωθεί Πνεύματος Αγίου πέρασε δια πυρός και σιδήρου: θλίψεις, απόγνωση, βίωσε το σκοτάδι της κολάσεως, βρέθηκε στα έγκατα του Άδη! Όταν έφτασε στα όρια της θλίψεωςκαι το εξέφρασε με το να πει στον Θεό ότι είναι αδυσώπητος, τότεγεύτηκε και τη χάρη ως «πυρ καταναλίσκον» στην καρδιά του από τη στιγμή που είδε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και του είπε τον κορυφαίο λόγο «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Από τότε έκαιγε μέσα του ο άσβεστος πόθος, οθείος έρωτας γι’ Αυτόν.

Η ευχή του Ιησού έκαιγε αδιαλείπτως στην ψυχή του, αφού του δόθηκε για τον ανδρείο αγώνα του από την ίδια τη Θεοτόκο! Πλέον τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα για όλο τον κόσμο και η καρδιά του πονούσε για όλη την κτίση, που ζούσε μακριά από τον Ποιητή και δημιουργό της. Η προσευχή του με πόνο βαθύ έβγαινε προς τον Θεό και έλεγε: «Δέομαι ουν σου Κύριε, ίνα γνωρίσωσίν Σε εν πνεύματι Αγίω πάντες οι λαοί της γης». Γι’ αυτό άλλωστε αγαπήθηκε πολύ ο Άγιος Σιλουανός από όλα σχεδόν τα έθνη και έγινε Παγκόσμιος Άγιος στις ψυχές όλων. Λίγες γραμμές δεν μπορούν να περιγράψουν τις αρετές ενός γίγαντα Αγίου, όπως την ανεξικακία του, την αγάπη του και ιδιαίτερα την αγάπη του προς τους εχθρούς, την αδιάλειπτη νοερά προσευχή του για όλα τα έθνη, τη χριστομίμητο ταπείνωσή του και την πλήρη υπακοή του σε κάθε αδερφό, όχι μόνο στον πνευματικό. Αρετές που ο Άγιος ήξερε να τις κρύβει πολύ καλά.


Πηγή: (περιοδικό Καθ’ οδόν, τεύχ. 23, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού εδώ), Αντέχουμε

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ἑσπερινὴ Εὐχὴ Τρίτης

Οἴμοι, ἐν ποίᾳ καταγνώσει ἕστηκα, ἐν ποίᾳ αἰσχύνῃ κατάκειμαι!
Οὐκ ἔστι τὸ κρυπτόμενόν μου ὡς τὸ φαινόμενον.
Περὶ ἀπαθείας διαλεγομένῳ, ἡ τῶν αἰσχρῶν παθῶν μελέτη ἐν ἐμοὶ ὑπάρχει ἡμέρας καὶ νυκτός.
Περὶ ἁγνείας προϊέμενος, λόγους περὶ ἀσελγείας διενθυμοῦμαι.
Οἴμοι, οἵα ἐξέτασίς μοι ἀπόκειται!
Ἀληθῶς σχῆμα εὐσεβείας περίκειμαι, καὶ οὐ τὴν δύναμιν.
Ἐν ποίῳ προσώπῳ προσέρχομαι Κυρίῳ τῷ Θεῷ τῷ γινώσκοντι τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας μου;
Τοσούτοις κακοῖς ὑπεύθυνος ὑπάρχων, δειλιῶ ἱστάμενος ἐν προσευχῇ, μὴ καταβῇ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἐκφλέξῃ με, ὥσπερ ποτὲ τοὺς προσενεγκόντας ἐν ἐρήμῳ (πῦρ ἀλλότριον, ἐξελθὸν) πῦρ παρὰ Κυρίου κατέκαυσεν αὐτούς.
Τί οὖν ἐγὼ προσδοκήσω, πολὺ ἄπειρον βάρος ἁμαρτιῶν περικείμενος;
Πεπώρωταί μου ἡ καρδία, ἠλλοίωταί μου ὁ εὐσεβὴς λογισμός, ἐσκοτίσθη μου ἡ διάνοια.
Ἀεὶ ἐπιστρέφω ὡς κύων ἐπὶ τὸν ἴδιον ἔμετον.
Οὐκ ἔστι μοι παρρησία πρὸς τὸν ἐτάζοντα καρδίας καὶ νεφρούς·
οὐκ ἔστι μοι ἡ διάνοια καθαρά·
οὐκ ἔστι μοι δάκρυον ἐν προσευχῇ.
Κἂν στενάξω, ψύγω μου τὸ πρόσωπον τὸ ἐν αἰσχύνῃ γεγονός.
Κρούσω μου τὸ στῆθος, τὸ τῶν παθῶν οἰκητήριον, τὸ τῶν πονηρῶν λογισμῶν ἐργαστήριον.
∆όξα σοι, μόνε μακρόθυμε, δόξα σοι, μόνε ἀγαθέ, δόξα σοι, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν.
Μεγάλοι σου οἱ οἰκτιρμοὶ ἐπὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἡμᾶς, Κύριε.
Μή με ἀπορίψῃς μετὰ τῶν λεγόντων σοι, Κύριε, Κύριε, καὶ μὴ ποιούντων τὸ θέλημά σου·
πρεσβείαις τῆς παναχράντου ∆εσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου·
πρεσβείαις πάντων τῶν εὐαρεστησάντων ἐνώπιόν σου.
Σὺ γὰρ γινώσκεις, Κύριε, τὰ ἐν ἐμοὶ κεκρυμμένα πάθη·
σὺ ἐπίστασαι τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς μου.
Ἴασαί με, Κύριε, (καὶ) ἰαθήσομαι.
Εἰ μὴ γὰρ σύ, Κύριε, οἰκοδομήσῃς οἶκον ψυχῆς, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες.
Παρασκευάζομαι γὰρ πρὸς ἀντίστασιν τῶν παθῶν, ἐν τῷ συμβάλλειν πρὸς αὐτά, καὶ ἡ κακοτεχνία τοῦ ∆ράκοντος ἐκλύει μου τὸν τόνον τῆς ψυχῆς διὰ τῆς ἡδονῆς·
καὶ μὴ ὄντος τινὸς τοῦ βιάζοντος, ὥσπερ αἰχμάλωτος αἴρομαι ὑπ' αὐτῶν.
Προθυμοῦμαι ἀποσπᾶσαι τὸν κατακαιόμενον, καὶ ἡ ὀσμὴ τοῦ πυρός, ἔτι νεάζοντός μου, ἐφέλκει με πρὸς τὸ πῦρ.
Πάλιν ὁρμῶ τοῦ σῶσαι τὸν καταποντιζόμενον, καὶ ἀπὸ ἀπειρίας σὺν αὐτῷ καταποντίζομαι.
Ἐπιπλήττω τὸν κάμνοντα, τυφλὸς ὢν αὐτός.
Ἰατρὸς θέλω γενέσθαι ὁ ἄθλιος τῶν παθῶν, αὐτὸς ἐγὼ ὑπ' αὐτῶν αἰχμαλωτιζόμενος.
Φώτισον, Κύριε, τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας μου, ὅπως ἐπιγνώσομαι τὰ πλήθη τῶν παθῶν μου.
Ἡ χάρις σου ἐπισκιάσῃ ἐπ' ἐμέ, ∆έσποτα, καὶ φωτίσῃ μου τὴν ἐσκοτισμένην διάνοιαν, καὶ ἐπὶ τῇ ἀγνωσίᾳ μου γνῶσιν θείαν ἐνοικήσῃ μοι·
ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ σοὶ πᾶν ῥῆμα.
Αὐτός, Κύριε, τὴν ἄβατον θάλασσαν εὐδιάβατον παρέσχες τῷ λαῷ σου ποτέ.
Αὐτὸς ἐκ πέτρας ἀκροτόμου ὕδωρ αὐτοῖς παρέσχες [τῷ λαῷ σου] διψῶσιν.
Αὐτὸς μόνος τὸν ἐμπεσόντα εἰς τοὺς λῃστὰς τῇ ἀγαθότητί σου διέσωσας.
Σπλαγχνίσθητι ἐπ' ἐμοί, Κύριε, διὰ τὴν πολλήν σου ἀγαθότητα, τῷ περιπεσόντι εἰς τοὺς λῃστὰς καὶ δεθέντι ὡς δεσμίῳ ὑπὸ κακοφροσύνης.
Οὐδεὶς ὁ δυνάμενος ἰάσασθαί μου τὸ ἄλγος τῆς ψυχῆς, εἰ μὴ σύ, Κύριε, ὁ ἐπιστάμενος τὰ βάθη τῆς καρδίας μου.
Ὁσάκις ἐθέμην ὁ τάλας ἐν ἐμαυτῷ ὅρους, καὶ τείχη ἀνῳκοδόμησα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς ἀνόμου ἁμαρτίας, καὶ τῶν ἐναντίων ἐξεναντίας βαλόντων εἰς πόλεμον, ἡ διάνοια τοὺς ὅρους παρέβη, καὶ τὰ τείχη κατεσκάφη, διὰ τὸ τοὺς ὅρους μὴ ἔχειν ἀσφάλειαν φόβῳ τοῦ κρείττονος, καὶ διὰ τὸ μὴ τὰ τείχη θεμελιοῦσθαι ἐπὶ εἰλικρινοῦς μετανοίας.
Τίς οὐ μὴ κλαύσῃ ἐπ' ἐμοί, ὅτι διὰ μικρὰν ἡδονὴν τοῦ ἀτελευτήτου πυρὸς κατεφρόνησα, καὶ τῆς αἰωνίου βασιλείας οὐκ ἀντεποιησάμην;
Ἐδούλωσα τοῖς πάθεσιν ὁ ἄθλιος τὸ τῆς ψυχῆς μου ἀξίωμα.
Κτηνώδης ἐγενόμην, καὶ οὐκ ἰσχύω ἀτενίσαι πρὸς τὸν εὔσπλαγχνον Κύριον.
Ἐκοσμήθην ποτὲ πλουτοποιοῖς χαρίσμασι, νῦν δὲ τὴν πενίαν τῶν παθῶν ἠγάπησα.
Ξένος ἐγενόμην τῶν ἀρετῶν, εἰς χώραν κακίας ἀποδημήσας μακράν.
Ἡμίθνητός εἰμι, βραχύτατον ἔχων ζωῆς λείψανον.
Κλαύσατέ με, ὅσιοι καὶ δίκαιοι, τὸν ἐν πάθεσι καὶ ἁμαρτίαις συλληφθέντα·
κλαύσατέ με οἱ τῆς ἐγκρατείας ἐργάται τὸν γαστρίμαργον καὶ φιλήδονον·
κλαύσατέ με οἱ ἐλεηθέντες καὶ ἐπιγνώμονες, τὸν ἐλεηθέντα καὶ παραπικράναντα·
κλαύσατέ με οἱ ἀγαπήσαντες τὰ ἀγαθὰ καὶ μισήσαντες τὰ πονηρά, τὸν ἀγαπήσαντα τὰ πονηρὰ καὶ μισήσαντα τὰ ἀγαθά·
κλαύσατέ με οἱ βίον ἐνάρετον κεκτημένοι, τὸν ἐν σχήματι ἐνάρετον, τοῖς δὲ ἔργοις ἐμπαθῆ καὶ ἀδιάφορον·
κλαύσατέ με οἱ Θεῷ εὐάρεστοι τὸν ἀνθρωπάρεσκον·
κλαύσατέ με οἱ τὴν τελείαν ἀγάπην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν πλησίον ἔχοντες, τὸν λόγοις μὲν ἀγαπῶντα, ἔργοις δὲ πόρρω ἀπέχοντα·
κλαύσατέ με οἱ τὴν ὑπομονὴν κεκτημένοι καὶ καρποφοροῦντες, τὸν ἀνυπομόνητον καὶ ἄκαρπον·
κλαύσατέ με οἱ ἀνεπαισχύντως τῷ Θεῷ προσευχόμενοι, τὸν αἰσχυνόμενον ἀτενίσαι εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ·
κλαύσατέ με οἱ τὴν πρᾳότητα κεκτημένοι, τὸν ταύτης ἀλλότριον·
(κλαύσατέ με οἱ ἐλεήμονες τὸν ἀνελεήμονα·) κλαύσατέ με οἱ ταπεινόφρονες, τὸν ὑψηλόφρονα καὶ ὑπερήφανον·
κλαύσατέ με οἱ τὴν ἀκτημοσύνην τῶν Ἀποστόλων κτησάμενοι, τὸν ὑλομανοῦντα καὶ φορτιζόμενον·
κλαύσατέ με οἱ πιστοὶ καὶ ἑδραῖοι τῇ καρδίᾳ πρὸς τὸν Κύριον, τὸν δίψυχον καὶ σαθρὸν καὶ ἀδόκιμον·
κλαύσατέ με οἱ τὸ πένθος ἀγαπήσαντες καὶ τὸν γέλωτα μισήσαντες, τὸν ἀγαπήσαντα τὸν γέλωτα καὶ μισήσαντα τὸ πένθος·
κλαύσατέ με οἱ ἔχοντες ἐν νῷ τὴν μετὰ θάνατον κρίσιν, τὸν ὁμολογοῦντα μεμνῆσθαι, καὶ τὰ ἐναντία πράττοντα·
κλαύσατέ με οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, τὸν γεέννης τοῦ πυρὸς ἄξιον.
∆εήθητε, Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, ὑπὲρ ψυχῆς κλυδωνιζομένης·
ἐν οἷς δύνασθε, Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, βοηθήσατε.
Οἶδα γὰρ ὅτι ἐὰν δεηθῆτε τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, πάντα συγχωρηθήσεται ἡμῖν τῷ πελάγει τῆς αὑτοῦ χρηστότητος.
Καὶ ὥσπερ ὁ Θεὸς ἐστὶ φιλάνθρωπος, οὕτω καὶ ὑμεῖς μὴ ὑπερίδητε ἀξιούμενοι τὴν δέησιν ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅτι οὐκ ἔχω παρρησίαν διὰ τὰ πολλά μου ἁμαρτήματα.
Ἔργον ὑμῖν ἐστίν, Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύειν ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν, Θεοῦ δὲ ἔργον ἐστὶ τοὺς ἀπεγνωσμένους ἐλεεῖν.
∆εήθητε, Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, τοῦ βασιλέως περὶ αἰχμαλώτου·
δεήθητε τοῦ ποιμένος περὶ τοῦ προβάτου·
δεήθητε τῆς ζωῆς περὶ τοῦ νεκροῦ·
ὅπως ἀποστείλῃ αὐτοῦ τὴν χάριν, καὶ στηρίξῃ τὸ εὐόλισθον τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς.
Προσπίπτω τοῖς οἰκτιρμοῖς τῆς σῆς ἀγαθότητος, ∆έσποτα τῶν ἁπάντων.
∆έξαι παράκλησιν ἁμαρτωλοῦ·
γλύκανον ψυχὴν πικρανθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας·
μετάδος διψῶντι ἐκ τῆς πηγῆς τῆς ζωῆς, καὶ ὁδήγησόν με ἐν τῇ ὁδῷ αὐτῆς·
εἰσάγαγέ με εἰς τὴν βασιλικὴν πύλην, ὡς ∆εσπότης τὸν ἴδιον δοῦλον, ὅπως ἐλευθερωθῶ τῆς δουλείας τῶν ἀτίμων παθῶν, ὅτι συνέχεταί μου ἡ καρδία ὡς ἐν ἁλύσει σιδηρᾷ.
Προφθασάτωσάν με οἱ οἰκτιρμοί σου, Κύριε, διὰ τῆς παρακλήσεως τῶν Ἁγίων σου, πρὶν ἑλκυσθῶ ἅμα τοῖς ἐργαζομένοις τὴν ἀνομίαν.
Ἐκεῖ ἀποκαλυφθήσονται τὰ ἐν τῷ σκότει καὶ τὰ ἐν τῷ φανερῷ πεπραγμένα μοι.
Οἴμοι, ποία αἰσχύνη με καταλήψεται, ὅταν ἴδωσί με καταδικασθέντα οἱ δοκοῦντες με νῦν ἄμεμπτον εἶναι!
Τὴν πνευματικὴν ἐργασίαν καταλιπὼν ὁ ἄθλιος, τοῖς πάθεσιν ὑπετάγην!
Οἴμοι, ψυχή!
Τί ἀμαυροῦται τῷ ζόφῳ τῶν παθῶν μου ὁ ἥλιος!
Τί ἐνδαπανᾶται ἡ ζωὴ τῷ θανάτῳ!
Τί οὐκ ἀφανίζεται τῇ παρουσίᾳ τῆς ἀκτῖνος ὁ ζόφος!
Τί τὴν φθορὰν τῆς ἀφθαρσίας προκρίνομεν!
Τί πρὸς γῆν τοῖς πάθεσι, ψυχή, συμφερόμεθα!
Τὸ θεότευκτον ἄμφιον ἠχρειώσαμεν, καὶ ἀνάξιον τοῦ βασιλικοῦ γάμου ἐποιήσαμεν.
Ἑκουσίως ταῖς ἁμαρτίαις ἐπράθημεν.
Τῷ ἐχθρῷ τῆς ζωῆς ἡμῶν κατεδουλώθημεν.
Τί ἐρεῖς τῷ Κριτῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ φοβερᾷ καὶ φρικτῇ;
Ἐπείνασα διὰ σέ, ἢ ἐδίψησα, ἢ ἐγυμνήτευσα, ἢ ἐταπεινώθην;
Ἢ ἠγάπησά σε ὅλῃ μου τῇ ψυχῇ;
Παρρησίᾳ διηνεκῶς βοᾷ ὁ ∆ιδάσκαλος.
∆έξαι ὁ ἐν ἐξουσίᾳ τὸν χαλινόν, ὁ ἐν δουλείᾳ τὴν ἰσοτιμίαν, ὁ πένης τὸν ἄσυλον πλοῦτον.
Τί μὴ τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ τὴν στενοχωρίαν;
Τί καιρὸν ἀναμένεις, ἀλλ' οὐ λογισμόν;
Τί φίλον ἐπίβουλον, ἀλλ' οὐ πόθον σωτήριον;
Τί μὴ βοηθοῦμεν τῇ φύσει καιρὸν ἔχοντες;
Ἕως ἔτι τῶν λογισμῶν κύριος εἶ·
ἕως οὔπω νοσεῖ τὸ σῶμα καὶ ἡ διάνοια·
ἕως οὐκ ἐπ' ἄλλοις κεῖται τὸ σὸν ἀγαθόν·
ἕως δῆλόν σοι τὸ δῶρον, ἀλλ' οὐκ ἀμφίβολον, καὶ τοῦ βάθους ἡ χάρις ἐφάπτεται·
ἕως οὗ δάκρυα περὶ σὲ τῆς ἐξόδου μηνύματα·
πρόφθασον, στῆθι γενναίως κατὰ τῶν παθῶν μετὰ τῆς συμμαχίας εἰς Θεοῦ παράταξιν·
ἀρίστευσον κατὰ τοῦ Γολιάθ, μὴ λῃστὴς προλάβῃ, μὴ φονεὺς προαρπάσῃ, μή τις τῶν βιαστῶν καὶ ἁρπακτῶν τῆς βασιλείας σὲ ἀποκλείσῃ.
Φοβητέον καὶ πάσῃ φυλακῇ τηρητέον, μὴ ψεῦσται τῆς ὁμολογίας ἡμῶν φαινώμεθα.
Εἰ γὰρ τὰς πρὸς ἀνθρώπους ὁμολογίας ἐμπεδοῖ Θεὸς μέσος παραληφθείς, πόσος ὁ κίνδυνος ὧν (πρὸς αὐτὸν ἐθέμεθα θείων συνθηκῶν, τούτων) παραβάτας εὑρίσκεσθαι, καὶ μὴ μόνον τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ψεύδους ὑποδίκους εἶναι τῇ ἀληθείᾳ, καὶ ταῦτα οὐκ οὔσης δευτέρας ἀναγεννήσεως, οὐδὲ ἀναπλάσεως, οὐδὲ εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀποκαταστάσεως.
∆εινὸν παρελθεῖν τὴν πανήγυριν, καὶ τηνικαῦτα τὴν πραγματείαν ζητεῖν.
∆εινὸν ὑστεροβουλία, καὶ [τὸ] τηνικαῦτα τῆς ζημίας αἰσθάνεσθαι, ὅτι οὐκ ἔστι λύσις ζημίας μετὰ τὴν ἐντεῦθεν ἐκδημίαν καὶ τὸν πικρὸν συγκλεισμὸν τῶν ἑκάστῳ βεβιωμένων.
Ὡς ὁ τελώνης στενάζω, ὡς ἡ πόρνη δακρύω, ὡς ὁ λῃστὴς ἀναβοῶ, ὡς ὁ ἄσωτος υἱὸς κραυγάζω πρὸς σέ, φιλάνθρωπε Χριστέ, Σωτὴρ τοῦ κόσμου, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν.
Στήριξον ἐξασθενήσασαν τὴν παρειμένην ψυχήν μου τῇ μέθῃ τῶν ἡδονῶν.
Θεράπευσον τὰ ἕλκη ταύτης, καὶ ἐκτροπὰς τοῦ νοός μου.
Ἀπόπλυνον αὐτὴν μεμελανωμένην τῷ λύθρῳ τῆς ἁμαρτίας, τῷ σῷ τιμίῳ αἵματι.
Νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, νῦν ἡμέρα σωτηρίας.
Ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου ἐπίτρεψόν με, μόνε μακρόθυμε, καὶ ῥῦσαί με ἀπὸ πάσης ἐνηδόνου τρυφῆς.
Μὴ εἰς τέλος καταφλέξῃ με ἡ κάμινος τῶν παθῶν, ἀλλὰ τῇ δρόσῳ τοῦ ἐλέους σου καταμάρανον αὐτήν.
Οὐαί μοι, ὅτι ἐδωρήσω μοι, Κύριε, φωτισμὸν γνώσεως, κἀγὼ αὐτὸν ἀθετῶ!
Οὐαί μοι, ὅτι πάντοτε ἠσθένησα καὶ ἀσθενῶ, καὶ ἀδιαλείπτως ἐπισκέπτεταί με ἡ χάρις σου καὶ ἰᾶταί με, καὶ καθ' ὥραν ἠθέτησα καὶ ἀθετῶ τὴν δωρεὰν τῶν ἰαμάτων αὐτῆς!
Ὅσων δωρεῶν ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν ἐπλήρωσας, ∆έσποτα, καὶ ἀεὶ δωρῇ, ἐγὼ δὲ ὁ τάλας εἰμὶ ἀγνώμων τῇ προαιρέσει!
Πάντοτε γλυκαίνομαι ὑπὸ τῆς χάριτός σου, πάντοτε φωτίζομαι, συνεχῶς στηρίζομαι, καὶ πάντοτε (αὐτὴν) ἀθετῶ καὶ εἰς τὴν πικρότητα ἐμαυτοῦ πάλιν μεταβάλλομαι.
Ὑπομιμνῄσκεις με, Ὑπεράγαθε, τὸν θάνατον, τὰς αἰωνίους τιμωρίας, καὶ ἕλκεις με πάντοτε εἰς τὴν ζωήν, ἵνα σωθῶ, ἐγὼ δὲ τῇ μοχθηρίᾳ ἀεὶ ἐπιμένω.
Χάριν τούτων οὐκ ἔχω οὐδεμίαν ἀπολογίαν ἐκεῖ.
Κρούω, ἵνα ἀνοιγῇ μοι ἡ θύρα τοῦ ἐλέους σου, Κύριε.
Ἐπιμένω δεόμενος, ὅπως ἐπιτύχω τοῦ αἰτήματος.
Ὡς ἀναιδὴς ἐλεηθῆναι ζητῶ.
Μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ τῷ σκολιῷ.
Ῥῦσαί με τῶν περιεχουσῶν με ἁμαρτιῶν, καὶ ὑγιὴς γενόμενος ἐγερθῶ τῆς κλίνης τῆς φθοροποιοῦ ἁμαρτίας.
Ἐλευθέρωσόν με ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ, πρὶν καταλάβῃ με τὸ τέλος·
(ὅπως εὕρω χάριν ἐνώπιόν σου ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου καὶ χωρισμοῦ·) ἐν γὰρ τῷ ᾅδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι;
Λεύκανον τὸν σπιλωθέντα μοι χιτῶνα πρὸ τοῦ ἐλθεῖν μοι τὸ πρόσταγμα τὸ φοβερόν, καὶ λαβεῖν με ἀνέτοιμον καὶ ᾐσχυμμένον.
Ῥῦσαι ψυχὴν τεθλιμμένην ἐκ στόματος λέοντος, καὶ σῶσον αὐτὴν χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς, πρεσβείαις τῆς παναχράντου ∆εσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων·
ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.