Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες..."Όσες πέτρες και να σηκώσω"...λέει..."το βάρος τους θα είναι μικρότερο από το βάρος των αμαρτιών μου"...!!! Πηγή: Άπαντα Ορθοδοξίας

Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες



Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες..."Όσες πέτρες και να σηκώσω"...λέει..."το βάρος τους θα είναι μικρότερο από το βάρος των αμαρτιών μου"...!!!

Πηγή: Άπαντα Ορθοδοξίας

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Η μυρωδιά του λιβανιού Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Η μυρωδιά του λιβανιού


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε.
Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από ‘κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.


Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή.
Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να ‘ρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του ‘φυγε όλη η αντάρα του μυαλού του. Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιέ μου, να ξαποστάσεις.

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.

- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της. Μέρα – νύχτα το διάβαζε.
Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:

- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.

- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.

Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον.
Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόδαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘ χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.

- Αχ παιδάκι μου, εσύ δεν εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές. Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη.
Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ ‘ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».

- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Η Γιαγιά και η Καινή Διαθήκη ... Κάποτε, σ’ ένα εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο μπήκε μια γριούλα για να ψωνίσει! Κατευθύνθηκε προς τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου και ζήτησε την Καινή Διαθήκη! Ο υπάλληλος πρόθυμος, την εξυπηρέτησε αμέσως! Στο κατάστημα εκείνη τη στιγμή έτυχε να βρίσκεται και κάποιος ιερέας! Βλέποντας την γριούλα να αγοράζει την Καινή Διαθήκη αναρωτήθηκε αν την ήθελε για την ίδια ή για κάποιον άλλον, καθώς την θεώρησε αρκετά μεγάλη για να ξέρει να διαβάζει!

Η Γιαγιά και η Καινή Διαθήκη ...


Κάποτε, σ’ ένα εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο μπήκε μια γριούλα για να ψωνίσει!

Κατευθύνθηκε προς τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου και ζήτησε την Καινή Διαθήκη! Ο υπάλληλος πρόθυμος, την εξυπηρέτησε αμέσως!
Στο κατάστημα εκείνη τη στιγμή έτυχε να βρίσκεται και κάποιος ιερέας! Βλέποντας την γριούλα να αγοράζει την Καινή Διαθήκη αναρωτήθηκε αν την ήθελε για την ίδια ή για κάποιον άλλον, καθώς την θεώρησε αρκετά μεγάλη για να ξέρει να διαβάζει!
Πήρε το θάρρος λοιπόν, και την ρώτησε:
- Γιαγιάκα, για σένα την θέλεις την Καινή Διαθήκη;
- Μάλιστα, πάτερ μου, απάντησε εκείνη!

- Αλήθεια; Ξέρεις να διαβάζεις;
- Όχι! Απάντησε η γριούλα, εντελώς φυσιολογικά!
- Και τότε τι θα την κάνεις την Καινή Διαθήκη αν δεν μπορείς να την διαβάσεις; την ξαναρώτησε ο ιερέας!
- Να παιδί μου, του απάντησε η γριούλα! Την κρατάω αγκαλιά, πάω μπροστά στην εικόνα του Χριστού, του δείχνω την Καινή Διαθήκη και του λέω:
“Χριστέ μου δεν ξέρω να διαβάζω, αλλά ότι λες σε αυτό το βιβλίο, βάλτο εδώ μέσα” και με ένα ελαφρύ χτύπο του χεριού της, έδειξε την καρδιά της!

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό Ο ληστής στο σταυρό ήταν και με ένα λόγο του δικαιώθηκε. Και ο Ιούδας συγκαταριθμημένος με τους αποστόλους ήταν και μέσα σε μια νύχτα έχασε όλο τον κόπο και βρέθηκε από τον ουρανό στον άδη. Γι’ αυτό κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό. Γιατί όλοι όσοι είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους, έπεσαν. Πηγή: Απο το Γεροντικό, Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Νέου

Κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό



Ο ληστής στο σταυρό ήταν και με ένα λόγο του δικαιώθηκε. Και ο Ιούδας συγκαταριθμημένος με τους αποστόλους ήταν και μέσα σε μια νύχτα έχασε όλο τον κόπο και βρέθηκε από τον ουρανό στον άδη. Γι’ αυτό κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό. Γιατί όλοι όσοι είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους, έπεσαν.

Πηγή: Απο το Γεροντικό, Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Νέου

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Η «αναγκαιότητα» των δοκιμασιών Εξηγώντας μας πόσο αναγκαίες είναι οι θλίψεις για τον αθλητή του Χριστού ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Οι δοκιμασίες είναι ωφέλιμες σε όλους ανεξαιρέτως. Αν ήσαν ωφέλιμες σε ένα Παύλο, ας σιωπήση από μόνο του το κάθε στόμα, που λέει, πως δεν ωφελούν! Γιατί διαφορετικά, θα το κάνη να σιωπήση ο ίδιος ο Θεός! Γιατί, όποιος ειπή πως οι δοκιμασίες δεν είναι ωφέλιμες, αυτόματα γίνεται υπόδικος ενώπιον του Θεού. Οι αγωνιστές δοκιμάζονται, για να αυξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο. Οι χλιαροί, για να αναγκαστούν να προφυλάξουν τον εαυτό τους από εκείνα που τους βλάπτουν. Οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν.

Η «αναγκαιότητα» των δοκιμασιών


Εξηγώντας μας πόσο αναγκαίες είναι οι θλίψεις για τον αθλητή του Χριστού ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει:
«Οι δοκιμασίες είναι ωφέλιμες σε όλους ανεξαιρέτως. Αν ήσαν ωφέλιμες σε ένα Παύλο, ας σιωπήση από μόνο του το κάθε στόμα, που λέει, πως δεν ωφελούν! Γιατί διαφορετικά, θα το κάνη να σιωπήση ο ίδιος ο Θεός! Γιατί, όποιος ειπή πως οι δοκιμασίες δεν είναι ωφέλιμες, αυτόματα γίνεται υπόδικος ενώπιον του Θεού.
Οι αγωνιστές δοκιμάζονται, για να αυξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο.
Οι χλιαροί, για να αναγκαστούν να προφυλάξουν τον εαυτό τους από εκείνα που τους βλάπτουν.
Οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν.
Οι απομακρυσμένοι, για να ξαναπλησιάσουν τον Θεό.
Και οι φίλοι του Θεού, για να μπορέσουν να μπουν με παρρησία στον Παράδεισο, αφού θα έχουν τόσα υπομείνει για τον Θεό.
Ο αδιαπαιδαγώγητος υιός δεν μπορεί να εκτιμήση τον πλούτο του σπιτιού του πατέρα του, ότι είναι γι’ αυτόν μια βοήθεια στην ζωή του. Και γι’ αυτό ο Θεός πρώτα δοκιμάζει τον άνθρωπο και τον ξελαμπικάρει, και μετά του δίνει χαρίσματα.
Ας έχη δόξα ο Κύριός μας, που την γλυκύτητα της υγείας μας την χαρίζει ποτίζοντάς μας με φάρμακα πικρά (δηλ. φαρμάκια).
Υπάρχει άνθρωπος, που δεν κουράζεται την ώρα που κάνει γυμναστική;
Υπάρχει άνθρωπος, που να μη του είναι κακή η ώρα, που πίνει το δηλητήριο κάποιας δοκιμασίας;
Όμως, αν δεν προηγηθούν αυτά, μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήση γερή κράση;
Αλλά και η δύναμη να υπομένωμε, δεν είναι δική μας. Που θα την εύρισκε το χωματένιο σκεύος, που είναι φτιαγμένο με λάσπη, την δύναμη να αντέξη στην ροή του νερού, χωρίς να διαλυθή, αν δεν το είχε ψήσει και δεν το είχε κάνει στερεό το πυρ το θεϊκό;
Ιδού το συμπέρασμα: Αν δείξωμε στον Θεό υποταγή, αν αντιμετωπίζωμε τις δοκιμασίες μας με υπομονή και καρτερία, αν Τον παρακαλούμε με ταπείνωση και αδιάλειπτη την επιθυμία να μας δώση πρώτα την βασιλεία Του, τότε θα αξιωθούμε να τα λάβωμε όλα, όσα Του ζητούμε εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Αμήν».

Πηγή: Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Γιατί κλαῖς, Ἑρμιόνη μου; Ἕνας-ἕνας οἱ ἔνοικοι τῆς καινούργιας πολυκατοικίας ἔπαιρναν τὰ διαμερίσματά τους. Ὅλα μὲ θέα στὴν πλατεία τῆς ὡραίας ἐπαρχιακῆς πόλης τῆς Πελοποννήσου. Φωτερά, ἥ­συχα, χω­ρὶς κανένα πρόβλημα. Ἐξοπλισμένα μὲ ὅλα τὰ ἐξαρτήματα καὶ τίς ἀ­νέσεις τῆς σύγχρονης τεχνολογίας ὑ­πόσχονταν μιὰ ἄνετη ζωὴ στοὺς ἐνοίκους ποὺ ἦταν καὶ ἰδιοκτῆτες τῶν διαμερισμάτων τους.

Γιατί κλαῖς, Ἑρμιόνη μου;


Ἕνας-ἕνας οἱ ἔνοικοι τῆς καινούργιας πολυκατοικίας ἔπαιρναν τὰ διαμερίσματά τους. Ὅλα μὲ θέα στὴν πλατεία τῆς ὡραίας ἐπαρχιακῆς πόλης τῆς Πελοποννήσου. Φωτερά, ἥ­συχα, χω­ρὶς κανένα πρόβλημα. Ἐξοπλισμένα μὲ ὅλα τὰ ἐξαρτήματα καὶ τίς ἀ­νέσεις τῆς σύγχρονης τεχνολογίας ὑ­πόσχονταν μιὰ ἄνετη ζωὴ στοὺς ἐνοίκους ποὺ ἦταν καὶ ἰδιοκτῆτες τῶν διαμερισμάτων τους.

Στὸν τρίτο ὄροφο στὸ ἀριστερὸ διαμέρισμα ἔμενε ἡ Ἀγγελική, ποὺ εἶχε κηδέψει ἀπὸ καιρὸ τὸν ἄντρα της. Εἶχαν ἔλθει ἀπὸ χρόνια στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Τὰ δυό τους κορίτσια εἶχαν παντρευτεῖ καὶ ἔμεναν στὴν Πάτρα.

Στὸ δεξιὸ διαμέρισμα ἦλθε καὶ ἔμεινε μιὰ ἡλικιωμένη κυρία, σοβαρὴ καὶ ἀμίλητη.

Ὅσες φορὲς συναντήθηκαν στὸ διάδρομο ἡ Ἀγγελικὴ μὲ τὴ γειτόνισσα, δὲν τῆς ἄνοιγε αὐτὴ συζήτηση. Παρουσιαζόταν ἀπρόσιτη καὶ ἀπαγορευτική, κλειστή. Τὸ μόνο ποὺ τόλμησε νὰ τὴ ρωτήσει καὶ νὰ μάθει ἡ Ἀγγελικὴ ἦταν τὸ ὄνομά της· τὴν ἔλεγαν Ἑρμιόνη.

Ἡ Ἀγγελικὴ ἦταν πιστὴ Χριστιανὴ καὶ δὲν ἔχανε ποτὲ θεία Λειτουργία. Παρακολουθοῦσε ὅμως καὶ μιὰ συγκέντρωση ποὺ γινόταν στὴν ἐνορία τους, ὅπου μα­ζὶ μὲ ἄλλες κυρίες μελετοῦσαν τὸν λό­γο τοῦ Θεοῦ καὶ συζητοῦσαν ἐνδια­φέ­ροντα κοινωνικὰ καὶ οἰκογενειακὰ θέ­­μα­τα. Κάθε μέρα στὴν προσευχή της ἔκανε λόγο στὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὴν Ἑρμιόνη. Τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴ βοηθεῖ καὶ νὰ τὴν προστατεύει.

Οἱ μέρες κυλοῦσαν ἤρεμα. Οἱ σχέσεις ὅμως τῶν δύο γειτονισσῶν ἦταν ἐν­­τε­λῶς τυπικές. Τὸ πολύ-πολὺ μιὰ «καλημέρα» ἢ μιὰ «καλησπέρα», τίποτα παραπάνω.

Κάποτε ἡ ἀγγελικὴ πῆρε τὴν πρωτοβουλία καὶ τὴ ρώτησε:

–Μήπως χρειάζεστε τίποτε, κυρία Ἑρμιόνη, ἀπέξω; Βγαίνω νὰ ψωνίσω. Μπορῶ νὰ σᾶς ἐξυπηρετήσω.

–Ὄχι, εὐχαριστῶ πολύ, ἀπάντησε κοφτὰ ἐκείνη.

Ἔτσι παγωμένες παρέμεναν οἱ σχέσεις τους, πράγμα ποὺ στενοχωροῦσε πολὺ τὴν πιστὴ Ἀγγελική. Κάποτε καὶ μέσα στὸ ἀσανσὲρ συναντήθηκαν καὶ κατέβηκαν στὸ ἰσόγειο χωρὶς νὰ ποῦν λέξη!

Ἡ Ἀγγελικὴ δὲν ἡσύχαζε. Ρώτησε τὸν Πνευματικό της, κι ἐκεῖνος τὴ συμβούλεψε νὰ προσευχηθεῖ πολὺ καὶ θὰ φέρει ὁ Θεὸς στὰ πράγματα ἄλλη τροπή. «Μὴ βιάζεσαι ὅμως», τῆς εἶπε. «Ὅποτε τὴ συναντᾶς, νὰ τῆς δείχνεις ἀγάπη. Δὲν ξέρεις τί κρύβει μέσα της».

Περνοῦσε ὁ καιρὸς καὶ ἡ Ἀγγελικὴ συνέχιζε νὰ προσεύχεται μὲ θέρμη γιὰ τὴ γειτόνισσά της.

Κάποια ὅμως ἀνησυχία ἄρχισε νὰ σκιάζει τὴν ψυχή της τελευταῖα. Τὶς τελευταῖες δυὸ μέρες δὲν ἀκουγόταν καν­εὶς θόρυβος στὸ διαμέρισμα τῆς ἄλλης. Τὴν προηγούμενη μέρα μάλιστα ἄκουσε καὶ κάποια βογγητά. Ἡ πιστὴ Ἀγγελικὴ χωρὶς δισταγμὸ κάνοντας τὸν σταυρό της πῆγε καὶ χτύπησε ἀμέσως τὸ κουδούνι τῆς πόρτας τοῦ διαμερίσματός της. Ἐπειδὴ δὲν ἀκουγόταν τίποτε, ξαναχτύπησε τὸ κουδούνι καὶ περίμενε.

Σὲ λίγο, χωρὶς νὰ ἀνοίξει ἡ πόρτα, ἀκούστηκε βραχνὴ ἡ φωνὴ τῆς Ἑρμιόνης:

–Ποιὸς εἶναι;

–Ἐγὼ εἶμαι, κυρία Ἑρμιόνη, ἡ γειτόνισσά σας ἡ Ἀγγελική. Δὲν σᾶς εἶδα δυὸ μέρες καὶ φοβήθηκα μήπως πάθατε τίποτε!

–Δὲν αἰσθάνομαι καλά. Πονάω παν­τοῦ!

–Ἔχω ἕνα συγγενή μου γιατρό, θὰ τὸν καλέσω ἀμέσως νὰ σᾶς δεῖ, κυρία Ἑρμιόνη!

–Εὐχαριστῶ πολύ.

Ὁ γιατρός, ποὺ ἦρθε σύντομα, τὴν ἐξ­έτασε προσεκτικά, τῆς ἔκανε καὶ μερικὲς ἐρωτήσεις καὶ τελικὰ ἀποφάνθηκε ὅτι πρόκειται γιὰ ἀρχομένη μυοπάθεια.

–Θὰ πρέπει νὰ εἰσαχθεῖτε ὅμως καὶ στὸ Νοσοκομεῖο γιὰ καλύτερη διάγνωση, πρόσθεσε.

–Θὰ πᾶμε μαζί, τῆς εἶπε ἀμέσως ἡ Ἀγγελική.

Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Καὶ ὅσες μέρες χρειάστηκε νὰ μείνει στὸ Νοσοκομεῖο, ἡ Ἀγγελικὴ δὲν ἔλειψε ἀπὸ δίπλα της. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν νοσοκομειακῶν ἐξετάσεων ἦταν σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ εἶδε ὁ γιατρὸς στὸ σπίτι: Μυοπάθεια. Δηλαδὴ σιγά-σιγὰ μπορεῖ νὰ ἔφθανε καὶ σὲ παράλυση!

–Μὴ φοβάστε, κ. Ἑρμιόνη, τῆς εἶπε ἡ Ἀγγελική. Ἡ ἐπιστήμη ἔχει προοδέψει πο­λύ. Καὶ ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος. Ἐγὼ θὰ σταθῶ δίπλα σας. Θὰ εἶμαι πάντα κοντά σας. Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω μόνη σας ποτέ. Θὰ μένουμε στὸ ἑξῆς μαζί!

Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκανε. Ἡ πιστὴ γυναίκα τὴ φρόντιζε τὴν ἄρρωστη καλύτερα κι ἀπὸ ὅ,τι ἂν ἦταν μάνα της. Τὴν ἔπλενε, τὴν καθάριζε, τῆς μαγείρευε, τῆς ἔλεγε ἱστορίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν παρηγοροῦσε ὅσο μποροῦσε.

Ἕνα ἀπόγευμα ὅμως, ἐνῶ τῆς διάβαζε κάτι ἀπὸ ἕνα Ὀρθόδοξο Περιοδικό, τὴν εἶδε ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσει τὰ δάκρυά της καὶ τὴ ρώτησε:

–Γιατί κλαῖς, Ἑρμιόνη μου;

–Κλαίω! Πῶς νὰ μὴν κλαίω, καλή μου Ἀγγελική; Ξύπνησε ἡ μνήμη μου! Μπο­ρῶ νὰ μὴν κλαίω; Μόνα τους ἔρ­χον­ται τὰ δάκρυα! Κι ἐγὼ πήγαινα, Ἀγ­γελική μου, κάποτε στὴν ἐκκλησία καὶ στὶς ὁμιλίες καὶ στοὺς κύκλους, μὰ ἔπειτα ξεστράτισα! Τὰ ξέχασα ὅλα! Εἶχα κακὸ γάμο. Πέθανε ὁ ἄντρας μου κι ἀ­πόμεινα ἕρμη. Καλὰ νὰ πάθω, ἀφοῦ ἔφυγα ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ!

–Ὑπάρχει καὶ ὁ δρόμος τοῦ γυρισμοῦ, Ἑρμιόνη μου! Εἶναι ἀνοιχτὴ ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑπάρχει μετάνοια, εἶπε δακρυσμένη ἡ Ἀγγελική.

–Τώρα πιὰ εἶναι ἀργά! Πολὺ ἀργά, Ἀγγελική!

–Ὄχι, Ἑρμιόνη μου! Ποτὲ δὲν εἶναι ἀρ­γά! Ὁ Θεὸς πάντα μᾶς περιμένει. Τὸν ληστὴ τὸν ἔσωσε τὴν τελευταία στιγμὴ πάνω στὸ Σταυρό. Ἔχω ἕνα καλὸ Πνευματικό, στὸν ὁποῖο ἐξομολογοῦμαι ἀπὸ χρόνια. Θὰ πᾶμε μὲ ταξί, ἂν δὲν μπορεῖ νὰ ρθεῖ ἐδῶ, γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖς ὁτιδήποτε ἔκανες καὶ βαραίνει τὴν ψυχή σου.

Συζήτησαν ἀρκετὰ καί, ἀφοῦ ἑτοιμάσθηκε ψυχικὰ ἡ Ἑρμιόνη καὶ τηλεφώνησε στὸν Πνευματικὸ ἡ Ἀγγελική, πῆγαν καὶ ἄνοιξε ἡ ἄρρωστη τὰ φυλλοκάρδια της στὸν Πνευματικό. Καὶ σὲ τρεῖς μῆνες, ἐξομολογημένη καὶ κοινωνημέ­νη πολλὲς φορές, ἔφυγε γιὰ τὴν αἰωνιό­τητα...

Πηγή: Ο Σωτήρ

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Ο ἕνας μοναχὸς καὶ ὁ ἄλλος κοσμικός.... Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα: - Ἀββᾶ, ἦταν δυὸ ἄνθρωποι, ὁ ἕνας μοναχὸς καὶ ὁ ἄλλος κοσμικός. Μιὰ νύχτα ὁ μοναχὸς ἀποφάσισε νὰ πετάξει τὸ σχῆμα του μόλις θὰ ξημέρωνε. Ὁ κοσμικὸς πάλι ἀποφάσισε νὰ γίνει μοναχός. Καὶ οἱ δυὸ ὅμως πέθαναν τὴν ἴδια νύχτα, κι ἔτσι δὲν πρόφτασαν νὰ πραγματοποιήσουν τὶς προθέσεις τους. Σὰν τί θὰ θεωρηθοῦν ἄραγε; Καὶ ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε. - Ὁ μοναχὸς πέθανε σὰν μοναχὸς καὶ ὁ κοσμικὸς πέθανε σὰν κοσμικός. Γιατὶ ἔφυγαν στὴν κατάσταση ποὺ βρέθηκαν. Πηγή: Μικρὸς Εὐεργετινός, Δάκρυα Μετανοίας

Ο ἕνας μοναχὸς καὶ ὁ ἄλλος κοσμικός....


Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
- Ἀββᾶ, ἦταν δυὸ ἄνθρωποι, ὁ ἕνας μοναχὸς καὶ ὁ ἄλλος κοσμικός. Μιὰ νύχτα ὁ μοναχὸς ἀποφάσισε νὰ πετάξει τὸ σχῆμα του μόλις θὰ ξημέρωνε. Ὁ κοσμικὸς πάλι ἀποφάσισε νὰ γίνει μοναχός. Καὶ οἱ δυὸ ὅμως πέθαναν τὴν ἴδια νύχτα, κι ἔτσι δὲν πρόφτασαν νὰ πραγματοποιήσουν τὶς προθέσεις τους. Σὰν τί θὰ θεωρηθοῦν ἄραγε;
Καὶ ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε.
- Ὁ μοναχὸς πέθανε σὰν μοναχὸς καὶ ὁ κοσμικὸς πέθανε σὰν κοσμικός. Γιατὶ ἔφυγαν στὴν κατάσταση ποὺ βρέθηκαν.


Πηγή: Μικρὸς Εὐεργετινός, Δάκρυα Μετανοίας

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Ἕνας ἄγγελος πέταξε! Τὸν Στέφανο, τὸν 17χρονο μαθητὴ τῆς Γ΄ Λυκείου, τὸν ἤξερε ἐδῶ καὶ χρόνια. Τὸν εἶχε στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Καὶ τὸν θαύμαζε γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὴ λεβεντιά του. Τὸν Στέφανο τὸν ἤξερε καλὰ ἡ κ. Δημητρίου, ἡ καθηγήτρια, τὴ μητέρα του ὅμως ὄχι. Τούτη ὅμως τὴ μέρα τὴ μεγάλη – Κυριακὴ ἦταν μεσημέρι – τόλμησε νὰ τῆς τηλεφωνήσει γιὰ νὰ τὴ συλλυπηθεῖ. Αὐτὴ τὴ μεγάλη μάνα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἔχει τέτοιο παιδί, ποὺ μόλις πρὶν ἀπὸ μία μέρα τῆς εἶχε φύγει γιὰ τὸν οὐρανό.

Ἕνας ἄγγελος πέταξε!



Τὸν Στέφανο, τὸν 17χρονο μαθητὴ τῆς Γ΄ Λυκείου, τὸν ἤξερε ἐδῶ καὶ χρόνια. Τὸν εἶχε στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Καὶ τὸν θαύμαζε γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὴ λεβεντιά του. Τὸν Στέφανο τὸν ἤξερε καλὰ ἡ κ. Δημητρίου, ἡ καθηγήτρια, τὴ μητέρα του ὅμως ὄχι. Τούτη ὅμως τὴ μέρα τὴ μεγάλη – Κυριακὴ ἦταν μεσημέρι – τόλμησε νὰ τῆς τηλεφωνήσει γιὰ νὰ τὴ συλλυπηθεῖ. Αὐτὴ τὴ μεγάλη μάνα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἔχει τέτοιο παιδί, ποὺ μόλις πρὶν ἀπὸ μία μέρα τῆς εἶχε φύγει γιὰ τὸν οὐρανό.

–Κυρία Σταυρίδου, ἐσεῖς;

–Ναί! Ποιὰ παρακαλῶ;

–Ἡ θεολόγος ἀπὸ τὸ Λύκειο τοῦ Στέ­φανου. Πληροφορήθηκα γιὰ τὸν θάνατο τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ σας καὶ τόλμησα νὰ σᾶς πάρω. Σᾶς συλλυποῦμαι. Εἴχατε ἕνα παιδὶ μὲ σπάνια ἀθωότητα καὶ ἁπλότητα. Ὁ Κύριος τὸ διάλεξε τὸ παιδί σας καὶ τὸ πῆρε κοντά Του. Δὲν θὰ ἄντεχε νὰ ζήσει ἄλλο μέσα στὴν πονηρία καὶ τὴν ἀδικία τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Εἶμαι κοντά σας αὐτὴ τὴν ὥρα τοῦ βαρύτατου πένθους σας. Ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύει τὸ παιδί σας στὴ Βασιλεία Του. Διαβιβάστε, παρακαλῶ, καὶ στὸ σύζυγό σας τὴ συμ­παράστασή μου στὸ πένθος σας.

Ἡ μητέρα ἄκουγε σιωπηλή. Καὶ λίγο μετὰ μὲ θαυμαστὴ ψυχραιμία, ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ χαρίσει αὐτὲς τὶς ὧρες, ἀπάντησε:

–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κυρία καθηγή­τρια. Πολὺ μὲ παρηγορεῖ τὸ τηλεφώνημά σας αὐτὴ τὴ στιγμή.

Ὁ Στέφανος μᾶς ἔφυγε. Νὰ ξέρετε ὅ­μως πὼς χθὲς τὸ Σάββατο πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ κοινώνησε. Καὶ μετά, γεμάτος θεία εὐφροσύνη, εἶπε στὸν π. Κύριλλο μέσα στὸ Ἱερό: «Πάτερ μου, πόσο θὰ ἤθελα νὰ εἶχα ἕνα ντιβανάκι, νὰ ἔμενα πάντοτε ἐδῶ μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία! Πόσο μὲ γαληνεύει καὶ μὲ ξεκουράζει αὐτὴ ἡ ἀτμόσφαιρα! Τὸ ξέρω, εἶναι ὑπερβολικὸ αὐτὸ ποὺ ζητάω. Ὅμως ἀφῆστε με νὰ προσευχηθῶ ἐδῶ μέσα, τὸ θέλω πολύ. Ἔχω τὴν ἄδειά σας;». «Ναί, Στέφανέ μου», τοῦ εἶπε ὁ ἱερέας, «ἐκφράσου ἐλεύθερα στὸ Θεό». Καὶ ὁ Στέφανος γονάτισε ἐκεῖ δίπλα στὴν πολυθρόνα τοῦ ἱεροῦ καὶ προσευχόταν γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Γιὰ νὰ μὴν αἰσθάνεται ἄσχημα μόνος του τὴν ὥρα ἐκείνη, γονάτισε διακριτικὰ κοντά του καὶ ὁ ἱερέας καὶ προσευχόταν καὶ αὐτὸς ἐκεῖ. Τί ἔλεγαν στὸ Χριστὸ δὲν ξέρω. Πάντως γύρισε στὸ σπίτι εἰρηνικὸς καὶ χαρούμενος. Καὶ τὸ ἀπόγευμα αἰσθάνθηκε ἕναν πόνο στὴν καρδιά. Καὶ μᾶς ἔφυγε ξαφνικά, πρὶν προλάβουμε νὰ τὸν σώσουμε...
Ἄκουγε σιωπηλὴ ἡ καθηγήτρια. Εἶχε πνίξει τὴ συγκίνησή της. Ἀπολάμβανε τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς ἑνὸς μεγά­λου παιδιοῦ. Ζήλευε μιὰ τόσο ἕτοιμη ἀναχώρηση γιὰ τὸν οὐρανό.

Ἀκολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα σιω­πῆς. Ἡ κ. Δημητρίου δὲν πρόλαβε νὰ πεῖ κάτι, καὶ ἡ φωνὴ τῆς μητέρας συνέχισε νὰ λέει τὰ κρυφὰ μυστικὰ τοῦ παιδιοῦ της:
   –Ξέρετε... Νὰ σᾶς πῶ καὶ τὸ ἄλλο. Πρὶν ἀπὸ τρεῖς μέρες τὸ παιδί μου μοῦ εἶπε: «Μανούλα, πόσο θά ’θελα νὰ ἀγκαλιάσω τὸν Θεὸ σφικτά, πολὺ σφικτά, γιὰ νὰ αἰ­σθανθῶ δυνατὰ τὴ στοργή Του καὶ νὰ Τοῦ δώσω ὅλη τὴν ἀγάπη μου!». «Παιδί μου», τοῦ ἀπάντησα, «ὁ Θεὸς δὲν πιάνεται. Εἶναι ἄϋλος. Τὸν Θεὸ Τὸν νιώθουμε καὶ Τὸν πιάνουμε μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλ­πίδα, μὲ τὴν καλοσύνη στοὺς γύρω μας ἀν­θρώπους καὶ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη ποὺ προσφέρουμε πρὸς ὅλους...». Τὸν ἑτοίμαζε ὁ Θεὸς τὸν Στέφανο νὰ τὸν πάρει κοντά Του. Δὲν ἄντεχε ἄλλο, φαίνεται, νὰ μένει στὴ γῆ αὐτὴ τῶν πειρασμῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.
   –Δοξάστε τὸν Θεό, κυρία Ἄννα, γιατὶ σᾶς χάρισε ἕνα τέτοιο παιδί. Σπάνιο παιδί, ἄγγελο ἐπίγειο, ποὺ δὲν τὸν ἄγγιζε ἡ κακία τοῦ κόσμου. Βλέμμα, χαμόγελο, κου­βέντα, ὅλα του ἦταν συνειδητὰ ἀθῶα.

–Ἔτσι ἦταν, ὅπως τὰ λέτε. Θέλω ὅμως καὶ κάτι ἄλλο νὰ μοιραστῶ μαζί σας, καὶ συχωρέστε με γιὰ τὰ πολλά μου λόγια ποὺ λόγῳ τῆς ἐντάσεως ἔχω.
Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ μοῦ ἔλεγε τὸ παιδί μου: «Μάνα, θαρρῶ πὼς τὸ σπίτι μας δὲν ἔχει ταβάνι. Ὅταν σηκώνω τὰ μάτια μου πάνω, βλέπω ἐκεῖ τὸν Κύριο μὲ τὰ δυό Του χέρια ἁπλωμένα ποὺ μᾶς εὐλογεῖ. Δὲν βλέπεις τὸν τελευταῖο καιρὸ πόσες εὐλογίες μᾶς δίνει στὸ σπίτι μας; Συνέχεια μᾶς εὐλογεῖ καὶ μᾶς δίνει ἀκατάπαυστα πολλὰ δῶρα, πολλὲς εὐλογίες.

–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κυρία Ἄννα, γιὰ ὅσα πολλὰ καὶ διδακτικὰ μοῦ εἴπατε, ἢ μᾶλλον μοῦ ἐμπιστευτήκατε. Ἀσφαλῶς θὰ ἔχετε καὶ ἄλλα τέτοια, ποὺ παρακαλῶ, κάποτε ἀπὸ κοντὰ νὰ μοῦ πεῖτε γιὰ νὰ διδαχθῶ καὶ νὰ τὰ πῶ καὶ σὲ ἄλλους.

–Εὐχαρίστως· ἀργότερα ὅμως, ἀφοῦ ἠ­ρεμήσουμε. Πάντως πολὺ σᾶς εὐχαρι­στῶ γιὰ τὴν ἀγάπη σας καὶ τὴ συμπαράστασή σας αὐτὲς τὶς ὧρες.

Μόλις ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο, ἡ κυρία Ἄννα θυμήθηκε καὶ κάποιον ἄλλον λόγο τοῦ Στέφανου. Σὲ ἡλικία μόλις πέντε ἐτῶν, σὲ κηδεία γνωστοῦ τους μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀκούγοντας τὰ κλάματα τῶν ἀνθρώπων, εἶπε δυνατά: «Μαμά, γιατί κλαῖνε ὅλοι αὐτοί, ἀφοῦ θ’ ἀναστηθοῦμε μιὰ μέρα;». Καὶ ἀμέσως σταμάτησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ κλαῖνε. Καὶ ὁ π. Κύριλλος τῆς εἶπε: «Κυρία Ἄννα, σήμερα τὸ παιδί σας θεολόγησε».

Ἡ κηδεία τοῦ Στέφανου ἔγινε μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα βαθιᾶς σιγῆς. Στὰ μάτια τὰ βουρκωμένα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα, ποὺ στέκονταν ὄρθιοι δίπλα στὸ φέρετρο, μποροῦσες νὰ διακρίνεις τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, πὼς ὁ Στέφανος δὲν χάθηκε, δὲν πέθανε, ἀλλὰ ζεῖ πνευματικὰ στὴν αἰώ­νια ζωή, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πα­τέρα, ποὺ ποθοῦσε κάποτε νὰ βρεθεῖ. Οἱ λόγοι ποὺ ἀκούστηκαν ἦ­ταν μικροὶ γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὸ μεγαλεῖο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀθώου παιδιοῦ ποὺ σὰν ἄγγελος ζοῦσε πάνω στὴ γῆ. Οἱ συμμαθητές του καὶ οἱ φίλοι του ποὺ κύκλωναν τὴ σορό του, κοιτοῦσαν ἐκ­στατικὰ τὸ φωτεινὸ πρόσωπό του. Καὶ ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὴν ἀνταύγεια τῆς ἠρεμίας του δύναμη καὶ παράδειγμα γιὰ ἁ­γία ζωή. Μετὰ τὴν ταφὴ ἔφευγαν ὅλοι βαθιὰ συλλογισμένοι, καὶ ἕνας ἡλικιωμένος καθηγητὴς ψιθύριζε: Κάμε, Χριστέ, τὸ θαῦμα Σου νὰ ζωντανέψεις τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης Σου στὰ παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας, μὲ τὶς προσευχὲς αὐτοῦ τοῦ ἀγγέλου ποὺ πέταξε κοντά Σου.


Πηγή: Ο Σωτήρ

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Πώς η αγάπη γίνεται φως Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα θλιμμένο τσοπανόπουλο. Είχε ένα κοπάδι στο βουνό. Κοντά σ’ ένα πλατάνι ήταν η καλύβα του. Το χειμώνα την έδερνε το χιόνι και το καλοκαίρι τη χτυπούσε ο ήλιος. Το πλατάνι και η γάργαρη βρυσούλα δρόσιζαν το τσοπανόπουλο.

Πώς η αγάπη γίνεται φως


Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα θλιμμένο τσοπανόπουλο. Είχε ένα κοπάδι στο βουνό. Κοντά σ’ ένα πλατάνι ήταν η καλύβα του. 

Το χειμώνα την έδερνε το χιόνι και το καλοκαίρι τη χτυπούσε ο ήλιος. Το πλατάνι και η γάργαρη βρυσούλα δρόσιζαν το τσοπανόπουλο.
Ολημερίς έβοσκε τα πρόβατα του. Το βράδυ διάβαζε κάτι φύλλα. Δεν ήταν παραμύθια. Ήταν οι προσευχές της μάνας του. Όλη τη νύχτα κοίταζε τ’ αστέρια και αναρωτιόταν αν υπάρχει η αν μπορεί να υπάρξει μέσα του κάποιο αστέρι, κάποιο φως. Θα μπορούσε άραγε να γίνει φως και αν ο Θεός που είναι φως δίνει το φως, πως το τσοπανόπουλο ήταν ακόμη θλιμμένο;
Δεν δικαιολογείται, μονολόγησε, να πιστεύω στο φως και να μην είμαι φως. Κάτι πρέπει να κάνω. Σκέφτηκε λοιπόν αν ξεκινήσει να μάθει την τέχνη να γίνει φως. Άφησε το κοπάδι σε ένα φίλο του τσοπάνο και ξεκίνησε το μακρινό ταξίδι του πάνω στο άλογό του. Την πρώτη νύχτα κοιμήθηκε σε μια καλύβα που την είχαν φτιάξει κυνηγοί. Έβγαλε λίγο τυρί και ψωμί από το ταγάρι του και έφαγε. Το πρωί σηκώθηκε και άρχισε να κατηφορίζει την άλλη πλευρά του βουνού που ήταν γεμάτη πλατάνια και θυμάρια. Όλος ο τόπος ευωδίαζε! Το τσοπανόπουλο όμως συνέχισε να ψάχνει τον τρόπο για να γίνει φώς.

Προχωρώντας πιο κάτω, αντίκρισε μια καλύβα όμοια με τη δική του, κάποιος σκάλιζε τον κήπο. Πλησίασε και είδε μια γριούλα.

- Καλημέρα κυρούλα της είπε.
- Καλή στράτα γιόκα μου, του απάντησε. 
- Τι καλό κάνεις;
- Σκαλίζω τις ντοματιές παιδί μου. Μπορεί να με βοηθήσεις λίγο; Μετά χαράς, είπε το παλικάρι και κατέβηκε από το άλογό του.
Αμέσως άρχισε να σκαλίζει το χώμα με ευχαρίστηση. Σε λίγη ώρα ο κήπος ήταν έτοιμος.

- Σ’ ευχαριστώ γιέ μου του είπε η γριούλα. Έλα αν θέλεις να ξεκουραστείς στο φτωχικό μου τώρα.
- Ευχαριστώ μα δεν μπορώ της είπε. Μήπως ξέρεις όμως να μου πεις πως μπορώ να γίνω φώς;

Η γριούλα χαμογέλασε και του είπε. «Προχώρα και βοήθα, και θα βρεις αυτό που θέλεις.» Το παλικάρι την ευχαρίστησε και έφυγε. Στο πρώτο χωριό της βουνοπλαγιάς συνάντησε κατά σύμπτωση κάποιον γεράκο που σκάλιζε τον κήπο του. Βοήθησε πάλι τον γεράκο και εκείνος στην ερώτηση πως θα γίνει φως του είπε το ίδιο. «Προχώρα και βοήθα».
Μπα! Σκέφτηκε. Δυο άνθρωποι μου είπαν το ίδιο. Κάποια σοφία θα κρύβουν αυτά τα λόγια τους. Προχώρησε χαρούμενος στο δρόμο του. Συνάντησε αυτή τη φορά ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Γιατί κλαίς μικρή μου; Της είπε. Κόπηκα και μάτωσε το χέρι μου του απάντησε. Τότε το τσοπανόπουλο έβγαλε το μαντήλι του και περιποιήθηκε το χέρι της μικρής. Τα παιδικά δάκρυα σταμάτησαν και το χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της μικρής.

Το τσοπανόπουλο συνέχισε το ταξίδι του και όπου πήγαινε έδινε βοήθεια σε όποιον μπορούσε. Σε ανθρώπους και ζώα. Ώσπου ξαφνικά μια μέρα, καθώς επέστρεφε στην καλύβα του συναντήθηκε με τον βασιλιά της χώρας που είχε βγει για κυνήγι. Καλό μου παλικάρι γεια χαρά σου. Με τι λούζεσαι και είναι τόσο φωτεινό το πρόσωπό σου, του είπε. Μόνο με νερό πλένομαι του απάντησε.

Κάποιο μυστικό θα κρύβεις του είπε γιατί είσαι ολοφώτεινο. Σε όλη μου τη ζωή ήθελα να είμαι φώς και να έχω φωτεινό πρόσωπο. Δυο ανθρώπους που συνάντησα μου είπαν «Προχώρα και βοήθα» έτσι λοιπόν εγώ αυτό έκανα πάντοτε. Μπράβο σου του είπε. Έγινες φως! Γιατί τι άλλο είναι το φως παρά η αγάπη;

Αφού δεν έχω δικό μου παιδί έλα μαζί μου για να γίνεις διάδοχός μου κάποια ημέρα του είπε. Έπειτα από πολλά χρόνια το τσοπανόπουλο έγινε ένας καλός άρχοντας που δίδασκε στο λαό του την αγάπη που φέρνει το φως. Εδώ τελειώνει το παραμύθι μου. Κοντά του ίσως βρήκαμε και εμείς μια πτυχή της ζωής. Το φως ζητά την αγάπη. Τα δυο μαζί θα μας οδηγήσουν πολύ ψηλα. Ας γίνουμε και εμείς φως και ας σκορπίζουμε την αγάπη!!!

«Ευχαριστούμε τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Δανιήλ Σάπικα για το κείμενο».

Πηγή: Το σταυρουδάκι

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Ἡ μοναχικὴ γιαγιὰ Ἦταν ἀγαπημένο ἀντρόγυνο ἡ Ἀγάθη μὲ τὸν Παῦλο. Ποτέ τους δὲν ἀντάλλαξαν πικρὴ κουβέν­τα. Κι ἂν κάποτε ἔνιωθαν κουρασμένοι, δὲν συζητοῦσαν γιὰ σοβαρὰ θέματα. Ἐκεῖνο ποὺ κυρίως τοὺς ἀπασχολοῦσε, ἦταν ἡ πρόοδος τῶν τριῶν, γιὰ τὴν ὥρα, παιδιῶν τους, δύο ἀγοριῶν καὶ μιᾶς κό­ρης, ποὺ τὰ μεγάλωναν μὲ χριστιανικὴ ἀγωγή. Σ’ αὐτὸ συμφωνοῦσαν καὶ οἱ δύο. Τὸ εἶχαν πεῖ μάλιστα πρὶν στεφανωθοῦν. Τὰ ἔπαιρναν μαζί τους κάθε Κυριακὴ καὶ μεγάλη γιορτὴ στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἀφοῦ ἦταν ἐκπαιδευτικοὶ καὶ οἱ δύο, προλάβαιναν καὶ ἀντιμετώπιζαν ἐπιτυχημένα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὶς παιδικὲς ἢ ἐφηβικὲς ἀντιδράσεις τους.

Ἡ μοναχικὴ γιαγιὰ



Ἦταν ἀγαπημένο ἀντρόγυνο ἡ Ἀγάθη μὲ τὸν Παῦλο. Ποτέ τους δὲν ἀντάλλαξαν πικρὴ κουβέν­τα. Κι ἂν κάποτε ἔνιωθαν κουρασμένοι, δὲν συζητοῦσαν γιὰ σοβαρὰ θέματα. Ἐκεῖνο ποὺ κυρίως τοὺς ἀπασχολοῦσε, ἦταν ἡ πρόοδος τῶν τριῶν, γιὰ τὴν ὥρα, παιδιῶν τους, δύο ἀγοριῶν καὶ μιᾶς κό­ρης, ποὺ τὰ μεγάλωναν μὲ χριστιανικὴ ἀγωγή. Σ’ αὐτὸ συμφωνοῦσαν καὶ οἱ δύο. Τὸ εἶχαν πεῖ μάλιστα πρὶν στεφανωθοῦν. Τὰ ἔπαιρναν μαζί τους κάθε Κυριακὴ καὶ μεγάλη γιορτὴ στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἀφοῦ ἦταν ἐκπαιδευτικοὶ καὶ οἱ δύο, προλάβαιναν καὶ ἀντιμετώπιζαν ἐπιτυχημένα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὶς παιδικὲς ἢ ἐφηβικὲς ἀντιδράσεις τους.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Πάτερ, εσύ μ’ έκανες Χριστιανό

Πάτερ, εσύ μ’ έκανες Χριστιανό



Διηγήθηκε ο διακο-Διονύσιος ο Φιρφιρής:
Κάποτε, βρέθηκα για δουλειά έξω στην Θεσσαλονίκη. Πήγα σε ένα εστιατόριο να φάω. Έκανα την προσευχή μου και κάθισα να φάω. Παραδίπλα ήταν μία παρέα. Μου λέει κάποιος λαϊκός:
-Λοιπόν, τι μας παριστάνεις τώρα; Τι θέλεις να μας δείξεις;
-Για να μην μου σταθή κανένα κόκκαλο στον λαιμό, βρε αδελφέ, απάντησα λίγο οργισμένα.
Σε λίγο, από το τραπέζι αυτής της παρέας ακούστηκε θόρυβος και βιαστικά κάποιον τον έβγαλαν έξω. Εγώ δεν γύρισα να κοιτάξω.
Μετά από καιρό, που ξαναβγήκα στην Θεσσαλονίκη, με συναντά κάποιος κοντά στον Λευκό Πύργο και με χαιρετά ρωτώντας:
-Με γνωρίζεις Πάτερ;
-Όχι, απαντώ.
-Δεν με θυμάσαι; Εσύ μ’ έκανες Χριστιανό.
-Δεν σε θυμάμαι.
-Θυμάσαι κάποτε σε ένα εστιατόριο που έτρωγες και κάποιος σου είπε αυτό και αυτό;
-Ναι, κάτι θυμάμαι.
-Ε, εγὼ ήμουν. Βλέπεις εδώ; Μου στάθηκε ένα κόκκαλο στον λαιμό, και με έκαναν εγχείρηση για να το βγάλουν, ενώ συγχρόνως μου έδειχνε τον λαιμό του με το σημάδι της τομής. Μετά από αυτό και στην εκκλησία πηγαίνω και εξομολογούμαι και κάνω προσευχή. Σ’ ευχαριστώ Πάτερ, εσύ μ’ έσωσες.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Οι τρεις Καλόγεροι και ο Άγιος Αντώνιος Σταμάτησαν σ᾽ ἕνα ξέφωτο νά ξαποστάσουν. Προσπάθησαν νά βροῦν λίγη σκιά, κάτω ἀπό τά ἀραιά φύλλα κάποιων μικρῶν δέντρων. ῾Ο ἥλιος φαινόταν νά τούς εἶχε τσακίσει. ῾Ο ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι ἀπό τό μέτωπό τους, ἐνῶ οἱ μανδύες τους κολλοῦσαν πάνω στά κουρασμένα κορμιά τους. Καί οἱ τρεῖς ἔκαναν τήν ἴδια κίνηση: ἔβγαλαν γρήγορα τό φλασκί ἀπό τό ταγάρι τους καί τό σήκωσαν στά διψασμένα χείλη τους. ᾽Ανασήκωσαν λίγο ἀπό τό κεφάλι τους καί τόν μαῦρο σκοῦφο τους.

Οι τρεις Καλόγεροι και ο Άγιος Αντώνιος


Σταμάτησαν σ᾽ ἕνα ξέφωτο νά ξαποστάσουν. Προσπάθησαν νά βροῦν λίγη σκιά, κάτω ἀπό τά ἀραιά φύλλα κάποιων μικρῶν δέντρων. ῾Ο ἥλιος φαινόταν νά τούς εἶχε τσακίσει. ῾Ο ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι ἀπό τό μέτωπό τους, ἐνῶ οἱ μανδύες τους κολλοῦσαν πάνω στά κουρασμένα κορμιά τους. Καί οἱ τρεῖς ἔκαναν τήν ἴδια κίνηση: ἔβγαλαν γρήγορα τό φλασκί ἀπό τό ταγάρι τους καί τό σήκωσαν στά διψασμένα χείλη τους. ᾽Ανασήκωσαν λίγο ἀπό τό κεφάλι τους καί τόν μαῦρο σκοῦφο τους.

῾Δόξα Σοι, ὁ Θεός᾽, ἀκούστηκε ψιθυριστή ἡ φωνή τους.


῾Σέ λίγο φτάνουμε στόν προορισμό μας᾽, εἶπε μέ ἀνακούφιση ὁ μεγαλύτερος, ὁ π. ᾽Αββακούμ, ἕνας λιοκαμένος καλόγερος μεσαίου ἀναστήματος πού τώρα ἔπαιρναν τά γένια του λίγο ν᾽ ἀσπρίζουν.


῾᾽Ελπίζουμε νά βροῦμε καί πάλι τόν Γέροντα, ὅπως καί πέρσι᾽, συμπλήρωσε ὁ νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ψηλός καί ἀρκετά ἀδύνατος αὐτός, μέ ἀραιά λεπτά μαῦρα γένια.
῾῾Ο Γέροντας δέν φεύγει ἀπό τήν καλύβη του ποτέ, ἐκτός κι ἄν συντρέξει πολύ μεγάλη ἀνάγκη᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ τρίτος, ὁ π. Βαρνάβας, ὁ πιό εὔσωμος ἀπό τούς ἄλλους καστανογένης καλόγερος, μέ ρόζους στά χέρια ἀπό τίς πολλές χειρωνακτικές ἐργασίες.
῾Νά, σάν τήν περίπτωση πρίν λίγα χρόνια, πού ἔμαθε γιά τούς χριστιανούς πού διώκονταν λόγω τῆς πίστης τους στήν ᾽Αλεξάνδρεια. ῎Ενιωσε τήν ἀνάγκη, εἶπε, νά πάει νά τούς δεῖ, νά τούς παρασταθεῖ, νά προσευχηθεῖ γιά τήν καλή ὁμολογία τους. Κι ἀκόμη νά τούς ἐνισχύσει μέ τήν δική του παρουσία. ῞Ολοι δά ξέρουν τήν μεγάλη φήμη του ὡς ἁγίου. Καί μόνο ἡ ἐμφάνισή του στήν δίκη τους – ἄς τήν ποῦμε δίκη βέβαια – ἔκανε τούς ὑποψήφιους μάρτυρες νά πάρουν μεγάλο θάρρος. ῎Ακουσα μάλιστα ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ κριτής σάν νά φοβήθηκε πού τόν εἶδε μπροστά του. Θά ἐπέτρεψε φαίνεται ὁ Κύριός μας τό φῶς τῆς ἁγιότητάς του νά τό δεῖ κι ἐκεῖνος. Σάν φωτιά πού κατακαίει βεβαίως᾽, ἔσπευσε ἀμέσως νά συμπληρώσει.


῎Επεσε σιωπή γιά λίγο. ῾Η ἀνάσα τους ὅλο καί γινόταν καί πιό ἥσυχη καί κανονική. ῾Η ἀνάπαυση καί τό νερό ἀνανέωναν τίς δυνάμεις τους. Βυθίστηκε ὁ καθένας στίς σκέψεις του.
῏Ηταν γνωστοί μεταξύ τους. ᾽Ασκήτευαν καί οἱ τρεῖς σέ κοντινές ἀποστάσεις, ἀλλά ἐκεῖνο πού τούς ἕνωσε περισσότερο ἦταν ὅταν πρίν μερικά χρόνια ἀποφάσισαν νά πᾶνε νά ἐπισκεφτοῦν μαζί τόν μεγάλο Γέροντα, τόν ᾽Αντώνιο. ῾Ο καθένας εἶχε τούς δικούς του ξεχωριστούς λόγους, ἀλλά καί οἱ τρεῖς ἑνώνονταν κάτω ἀπό τόν κοινό παρανομαστή: ἡ χάρη τοῦ ἁγίου νά τούς καθοδηγήσει στά δύσκολα μονοπάτια τῆς ζωῆς πού εἶχαν διαλέξει νά ἀκολουθήσουν.


Εἶχαν ξεκινήσει μέ ἐνθουσιασμό. Κάποιοι λιγοστοί ἀσκητές στά περίχωρα τῶν χωριῶν τους τούς γοήτευσαν στήν ἐπιλογή τῆς ἀφιερωμένης ζωῆς. ῎Εβλεπαν ἔντονα τήν διαφορά πού εἶχαν αὐτοί ἀπό τούς ἄλλους χριστιανούς τοῦ κόσμου. Οἱ κοσμικοί χριστιανοί μέ τούς ὁποίους ζοῦσαν, ὅπως ἄλλωστε καί οἱ ἴδιοι, χριστιανοί ἦταν βεβαίως, ἀλλά σάν νά τούς ἔλειπε κάτι: δέν ὑπῆρχε ἐκείνη ἡ μυστική χαρά πού φαίνεται νά βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά, γιά τήν ὁποία διάβαζαν στά εὐαγγέλια καί τίς ἐπιστολές τῶν ἀποστόλων. Στούς πολλούς ἦταν ἔντονη ἡ στροφή στά πράγματα τοῦ κόσμου. Οἱ δουλειές τους τούς ἀπορροφοῦσαν. Τά προβλήματα τῆς οἰκογένειάς τους τούς κατέβαλλαν. Μιά μελαγχολία καί μιά κατήφεια γυρόφερνε τήν μίζερη ζωή τους. Κι ὅταν συνάντησαν αὐτούς τούς ἀσκητές, πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπ᾽ τούς ἄλλους σάν μιά ἀντίδραση στόν ἀποχρωματισμένο χριστιανισμό τους, κι εἶδαν τήν χαρά πού ἀνέβλυζε ἀπό τά μάτια τους, ἔνιωσαν σάν νά τούς καλοῦσε ὁ Θεός νά γίνουν σάν κι αὐτούς. Ναί, ποθοῦσαν μιά ζωή ἀφιερωμένη στόν Κύριο.
Τό ἔκαναν, ἀλλά μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἄρχισαν τά προβλήματα. Λογισμοί ἄρχισαν νά τούς τυραννοῦν μέ ἀποτέλεσμα νά τούς ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Τό ξεκάθαρο προηγουμένως τοπίο γινόταν τώρα θολό μέσα στήν ψυχή τους. ῾Η ἀπελπισία ἄρχισε νά ἐμφανίζεται δειλά στήν ἀρχή, πιό ἔντονα ἔπειτα, στήν ζωή τους, χωρίς νά ξέρουν ἀκριβῶς τί γίνεται. ῾Η ἀπειρία στήν πνευματική ζωή ἔδειχνε φανερά τά σημάδια της. Κατέφυγαν γι᾽ αὐτό στούς ἀσκητές τῆς περιοχῆς τους. ᾽Αλλά οἱ ἀπαντήσεις τους δέν γέμισαν τήν καρδιά. Δέν τούς πληροφόρησαν ὅσο ἤθελαν. Τότε ἦταν πού σκέφτηκαν τόν μεγάλο ἅγιο. ῾Ο ἀββᾶς ᾽Αντώνιος φάνταζε σάν ἡ μόνη λύση. ῾Θεοφιλή᾽ τόν ὀνόμαζαν ὅλοι. ῏Ηταν βεβαιωμένο ὅτι αὐτός ἤξερε τά μυστικά τῆς καρδιᾶς, καί μάλιστα δοσμένα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Καί τό ἀποφάσισαν. ῾Ετοιμάστηκαν νά πᾶνε νά τόν δοῦν, νά τόν συναντήσουν, νά τόν ρωτήσουν. Καί τό ἔκαναν μιά φορά, δυό φορές, τρεῖς φορές. Γιατί στόν ἅγιο βρῆκαν αὐτό πού ἔψαχναν: ὁ ἀββᾶς ᾽Αντώνιος τούς ἔδινε κάθε φορά ὅ,τι διψοῦσε ἡ καρδιά τους. Καί τό συγκλονιστικότερο: χωρίς κάποιες φορές κἄν νά τόν ρωτήσουν. ῾Ο φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νοῦς του διέβλεπε τά μύχια τῆς ψυχῆς τους.


Κάθε φορά ὅμως ρωτοῦσαν οἱ δύο μεγαλύτεροι. ῾Ο π. ᾽Αββακούμ καί ὁ π. Βαρνάβας. Αὐτοί, ἴσως λόγω καί τοῦ μεγαλύτερου θάρρους ἀπό τήν ἡλικία τους ἔθεταν τά ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς τους. Τό τί τούς ἀπασχολοῦσε κάθε φορά μέ τούς λογισμούς τους. Τούς πειρασμούς πού ἀντιμετώπιζαν ἀπό τίς δαιμονικές ἐπιθέσεις. Τίς τρικλοποδιές πού τούς ἔβαζε ὁ πονηρός μέ τά ἐκ δεξιῶν ὅπλα. ῾Ο νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ἄκουγε καί δέν ρωτοῦσε τίποτε. ῾Ο μεγάλος ἀββάς τό ἔβλεπε ἀλλά δέν ἔλεγε τίποτε. Ποτέ δέν στράφηκε στόν ᾽Ιωάννη νά τοῦ κάνει κάποια παρατήρηση. Νά ρωτήσει ἐκεῖνος γι᾽ αὐτόν.


Φέτος λοιπόν ἦταν ἡ τέταρτη φορά τῆς ἐπίσκεψής τους. Οἱ λογισμοί καί τά προβλήματα εἶχαν καί πάλι σωρευτεῖ. ῾Ο ἅγιος ἦταν ἡ λύση καί ἡ παρηγοριά τους.


῾Μήπως πρέπει νά φεύγουμε;᾽ ρώτησε σεμνά καί μέ συστολή ὁ ᾽Ιωάννης. ῾῎Αν ἀργήσουμε θά μᾶς πάρει τό βράδυ καί θά κινδυνέψουμε᾽.


Σηκώθηκαν. Μάζεψαν τά πράγματά τους πού τά εἶχαν ἀφήσει παράμερα καί μέ ζωντάνια κατευθύνθηκαν στόν προορισμό τους.


Κάποτε ἔφτασαν. ῾Ο ᾽Αντώνιος σάν νά τούς περίμενε καί ἦταν ἔξω ἀπό τό καλύβι του.
῾Καλῶς τούς ἅγιους πατέρες᾽, φώναξε εὐδιάθετα. ῾Εἴχατε καλή πορεία;᾽


῾Μέ τίς εὐχές σου, δόξα τῷ Θεῷ᾽, εἶπε ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Γέροντα, παρακαλούσαμε τόν Κύριο νά σέ βροῦμε ἐδῶ καί ὑγιῆ᾽, ξανάπε. ῾Σοῦ φέραμε καί κάποια παξιμάδια καί χορταρικά, ἀπό αὐτά πού τρῶς᾽.


῾Εὐλογημένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ᾽, εἶπε ὁ ἅγιος. ῾Καλοδεχούμενα, ἀφοῦ εἶναι προσφορά τῆς ἀγάπης καί τῆς καρδιᾶς σας. Νά᾽ στε εὐλογημένοι κι ἐσεῖς᾽.


Τούς ὑποδέχτηκε ὁ ἅγιος καί τούς φίλεψε ὅ,τι εἶχε στό φτωχό καλύβι του. ᾽Αφοῦ λίγο ξεκουράστηκαν ἦρθε κατευθεῖαν στό θέμα: ῾Τί εἶναι αὐτό πού σᾶς ἀπασχολεῖ αὐτήν τήν φορά, ἀδελφοί μου; Γιατί καί πάλι ὑποβληθήκατε σ᾽ αὐτόν τόν μεγάλο κόπο, νά ἐπισκεφθεῖτε τόν ἀχρεῖο δοῦλο τοῦ Θεοῦ ᾽Αντώνιο;᾽


῾᾽Αββᾶ, σέ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγάπη σου᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ π. Βαρνάβας. ῾Κάθε φορά ὁ λόγος σου χύνεται σάν βάλσαμο στίς ψυχές μας καί φεύγουμε μέ μεγάλη παρηγοριά καί δύναμη. Νιώθουμε ἀπό τήν ἄλλη ὅτι οἱ προσευχές σου μᾶς συνοδεύουν ὅλη τήν χρονιά καί μᾶς ἀνοίγουν δρόμο ἐκεῖ πού ἄλλοτε ἤμασταν στό σκοτάδι. Μά, αὐτήν τήν φορά θέλω νά σέ ρωτήσω γιά κάτι πού μέ ταλαιπωρεῖ καί δέν μέ ἀφήνει νά ἡσυχάσω ὁλάκερες βραδιές. Σάν νά ἔχει κολλήσει ἡ σκέψη μου σ᾽ αὐτό καί μοῦ δημιουργεῖ μεγάλη ἀναταραχή᾽.
῾Γιά τί πράγμα πρόκειται;᾽ ρώτησε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον ὁ ᾽Αντώνιος καί τά μαῦρα μάτια του γεμάτα ἀπό ἀγάπη κοίταξαν ἴσια στά μάτια τοῦ π. Βαρνάβα.


῾Γέροντα, πῶς νά τό πῶ; Διαβάζω στόν λόγο τοῦ Θεοῦ γιά τά πονηρά πνεύματα πού μᾶς πολεμοῦν, ἐνῶ βλέπω τήν δική μου καθημερινά ἀδυναμία. Πῶς, πατέρα μου, θά μπορέσω νά ἀντιμετωπίσω τόν διάβολο καί τά ὄργανά του; Μέ πιάνει μιά λιποψυχία καί ἔχω ἀρχίσει νά πιστεύω ὅτι δέν θά μπορέσω νά περάσω ἀπό τά τελώνια, ὅταν θά φεύγει ἡ ψυχή μου ἀπό τό ρυπαρό σῶμα μου. ῾Η κόλαση μοῦ ἔχει γίνει ἐφιάλτης. Νιώθω ἤδη ὅτι βρίσκομαι ἐκεῖ καί βασανίζομαι χωρίς ἐπιστροφή καί διέξοδο. Γέροντα, εἶμαι φοβισμένος καί ἀπελπισμένος᾽. Σταμάτησε ὁ καλόγερος καί δάκρυα ἄρχισαν νά αὐλακώνουν τό πρόσωπό του, πού εἶχε γείρει κατάκοπο πρός τά κάτω.


Σάν φωνή ἀπό τόν οὐρανό ἀκούστηκε μετά ἀπό λίγο ἡ φωνή τοῦ ἁγίου: ῾Μήν ἀνησυχεῖς, παιδί μου. ῾Ο πειρασμός τοῦ πονηροῦ σοῦ δημιουργεῖ ὅλη αὐτήν τήν κατάσταση. Γιατί αὐτό μόνο μπορεῖ νά κάνει ὁ τρισκατάρατος: νά δημιουργεῖ φόβο. ῾Ο φόβος εἶναι τό κλίμα καί ἡ ἀτμόσφαιρά του. Καταβάλλεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό αὐτόν, χάνει τήν ἀνδρειοσύνη του, εἶναι ἕτοιμος νά ὑποταχτεῖ. Τό ἴδιο δέν συμβαίνει καί στά ἀνθρώπινα; Τί κάνει ἕνας ἐχθρός γιά νά ὑποτάξει τόν ἀντίπαλο; Προσπαθεῖ νά τοῦ δημιουργήσει φόβο. Νά τόν κάνει νά πιστέψει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μεγαλύτερος καί ἰσχυρότερος ἀπό αὐτόν. ῎Αν τοῦ δημιουργήσει κλίμα ἡττοπάθειας, ἤδη τόν ἔχει στό χέρι. ῾Η ὑποδούλωσή του εἶναι θέμα μικροῦ χρόνου. Αὐτή λοιπόν εἶναι καί ἡ τακτική τοῦ διαβόλου. Νά δημιουργήσει φόβο στήν ψυχή. Κι ὅταν δεῖ τόν φόβο σ᾽ αὐτήν, τότε εἶναι εὔκολο νά τήν ὁδηγήσει στά νύχια του.


᾽Εκτός ὅμως ἀπό φόβο δέν μπορεῖ νά προκαλέσει κάτι ἄλλο στόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος. Γιατί δέν ἔχει τήν ἐξουσία. Καί μάλιστα σ᾽ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους χριστιανούς. Μή ξεχνᾶς, ἀδελφέ μου, ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἕνας ἡττημένος, ἀφότου ἦλθε ὁ Χριστός μας. ῾Ο Χριστός τόν κατήργησε καί τόν ἐξαφάνισε. ῎Αν ἐξακολουθεῖ καί ὑπάρχει καί δρᾶ, εἶναι γιατί ᾽Εκεῖνος τόν ἀφήνει καί τόν ἀξιοποιεῖ γιά τό λυτρωτικό Του ἔργο. Ποτέ δηλαδή ὁ Θεός δέν καταστρέφει τά δημιουργήματά Του, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά τόν διάβολο, καί ποτέ βεβαίως δέν μᾶς ἀφήνει ἀπροστάτευτους. Λοιπόν, ὁ διάβολος δέν εἶναι ἀνεξέλεγκτος. ῞Ο,τι δράση παρουσιάζει εἶναι ἡ δράση πού τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος, κι αὐτό γιά τό καλό μας. ῎Αν ἦταν στήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου θά μᾶς εἶχε ἀφανίσει ὅλους, ὡς ἀνθρωποκτόνος ἀπαρχῆς. ᾽Αλλά δέν ἔχει, εἴπαμε, τήν ἐξουσία.


Εἶπα, ὅμως, ὅτι δέν ἔχει ἐξουσία ἰδίως σέ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους. Καί ἐδῶ θέλω, ἀδελφοί μου᾽, στράφηκε καί στούς ἄλλους ὁ ἅγιος Γέροντας, ῾νά προσέξετε ἰδιαιτέρως. Γιατί ἄν καταλάβουμε αὐτό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μέ τό ἅγιο βάπτισμά μας, θά δοῦμε ὅτι ἔχουμε τήν λύση ὅλων τῶν πνευματικῶν προβλημάτων μας στά χέρια μας. Θέλω νά πῶ᾽, ἀνασηκώθηκε λίγο ὁ Γέροντας καί ἄλλαξε λίγο στάση, ῾ὅτι μέ τό βάπτισμα γίναμε μέλη τοῦ Χριστοῦ. Κλαδιά στό δέντρο πού εἶναι ᾽Εκεῖνος. Ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματός Του. ῾Η σχέση μας δηλαδή μέ τόν Χριστό εἶναι μιά σχέση ἄμεση καί οὐσιαστική. Εἴμαστε, θά λέγαμε, ἡ προέκτασή Του. Δέν εἶναι ἄλλο πιά ὁ Χριστός καί ἄλλο ἐμεῖς. Εἴδατε πῶς ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος τό λέει; Τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί γι᾽ αὐτό δέν ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά στόν Θεό. Δέν ζῶ ἐγώ, σημειώνει ἀλλοῦ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός.


Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ λογισμός μας δέν πρέπει νά ἀποπροσανατολίζεται σέ λογισμούς τοῦ πονηροῦ. ῾Ο λογισμός μας πρέπει νά δένεται, νά εἶναι κολλημένος πράγματι, στήν ἀλήθεια πού ἀποκάλυψε γιά ἐμᾶς ὁ ῎Ιδιος: Τοῦ ἀνήκουμε καί εἴμαστε κομμάτι Του. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ὁ φόβος καί ἡ ἀπελπισία; Ποῦ νά ἀφεθοῦμε ἔτσι στήν κυριαρχία τῆς κόλασης ὡς ζωῆς πού μᾶς περιμένει; Τό μυαλό καί ἡ καρδιά μας στόν Χριστό καί μόνο σ᾽ Αὐτόν. Αὐτή εἶναι ἡ λύση καί ἡ διέξοδος σέ ὅλα. Καί τότε, κατά πόσο σκεφτόμαστε καί ἀγαπᾶμε τόν Κύριο καί κατά πόσο φανερώνουμε αὐτήν τήν ἀγάπη μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας πού εἶναι μιά ἄλλη παρουσία δική Του, ἀρχίζουμε καί αἰσθανόμαστε σέ ὅλη τήν ὕπαρξή μας τήν χάρη Του, καί στήν ψυχή καί στό σῶμα μας. Τό μυστικό λοιπόν τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι νά εἴμαστε στραμμένοι πάντοτε μέ ἀγάπη πρός τόν Κύριο. Νά νιώθουμε τήν δωρεά πού μᾶς ἔκανε μέ τό βάπτισμά μας. Γι᾽ αὐτό καί μᾶς τρέφει ἔπειτα καί μέ τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του᾽.


Εἶπε ὁ Γέροντας καί σκούπισε τά μάτια του πού εἶχαν πλημμυρίσει ἀπό δάκρυα ἀγάπης καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Κύριο.


῾Γέροντα, παρόμοιες σκέψεις ταλαιπωροῦν καί ἐμένα᾽, ψιθύρισε μέ συστολή καί βαθύ σεβασμό καί ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Μέ τά λεγόμενά σου πῆρα ἀπάντηση καί στούς δικούς μου ταραγμένους λογισμούς καί προβληματισμούς. Καταλαβαίνω ὅτι πράγματι εἶναι πειρασμός τοῦ Πονηροῦ νά μήν μένουμε στήν βασική ἐντολή τοῦ Θεοῦ μας, δηλαδή νά Τόν ἀγαπᾶμε μέ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή μας, ὅπως τό ἴδιο καί τόν συνάνθρωπό μας. Τώρα συνειδητοποιῶ ὅτι δίνοντας ὤθηση στήν σκέψη καί τήν καρδιά μου νά βρίσκομαι ἐκεῖ πού εἶναι ἡ ἐντολή Του, δέν ὑπάρχουν περιθώρια γιά ἄλλους λογισμούς πειρασμικούς. Γέροντα, σέ εὐχαριστῶ καί σέ παρακαλῶ νά συνεχίσεις νά προσεύχεσαι γιά ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι᾽, ἀναστέναξε μέ πόνο.


῾Ο νεώτερος καλόγερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, δέν ἔλεγε καί πάλι τίποτε. Φαινόταν κατανυγμένος κι ἦταν ἀλλοιωμένη ἡ ὄψη του, σάν νά ἀντίκρυζε ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς. Τό βλέμμα του κοιτοῦσε πότε στό χῶμα, ἐκεῖ πού καθόταν, καί πότε τό ὕψωνε μέ λαχτάρα στό πρόσωπο τοῦ ᾽Αντωνίου. Τό στόμα του ὅμως τό κρατοῦσε κλειστό.


῾Ο ἅγιος δέν ἄντεξε αὐτήν τήν φορά. ῾Παιδί μου᾽, τοῦ εἶπε, ῾οἱ ἄλλοι ὅλα τά προηγούμενα χρόνια, ὅπως καί φέτος, ἔρχονται καί κάθε φορά κάτι μέ ρωτᾶνε. ᾽Εσύ ἔρχεσαι καί ποτέ δέν μοῦ θέτεις κάποιον προβληματισμό σου. Δέν θέλεις κάτι νά μέ ρωτήσεις; Κάνεις πού κάνεις τόν κόπο, γιατί δέν ἐκμεταλλεύεσαι τήν εὐκαιρία; Δέν εἶναι κόπος γιά ἐμένα νά ἀπαντῶ σέ ὅ,τι ταλαιπωρεῖ τόν ἀδελφό μου. Γιά μένα, ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς εἶναι καί ἕνας Χριστός. ῞Οπως τό εἴπαμε καί προηγουμένως γιά τό βάπτισμά μας. Τό ἀναφέρει ὅμως καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη: Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου. Μή φοβᾶσαι λοιπόν ὅτι θά μέ κουράσεις. Χαρά μου εἶναι ἡ βοήθεια, ὅταν μπορῶ νά τήν προσφέρω. Πές λοιπόν καί σύ τόν προβληματισμό σου᾽.


῾᾽Αββᾶ᾽, ψιθύρισε ὁ π. ᾽Ιωάννης. ῾Βεβαίως ἔχω καί ἐγώ λογισμούς μέ τούς ὁποίους παλεύω. Βεβαίως ἀντιμετωπίζω κινδύνους στήν πνευματική μου ζωή. ᾽Αλλά ἀπό τήν μιά ἔχω τούς καλούς ἐδῶ ἀδελφούς μου, οἱ ὁποῖοι μέ τά δικά τους ἐρωτήματα ἐκφράζουν καί τούς δικούς μου προβληματισμούς, ὁπότε οἱ ἀπαντήσεις πού παίρνουν ἰσχύουν καί γιά ἐμένα. ᾽Αλλά ἀπό τήν ἄλλη…᾽. Κοντοστάθηκε ὁ καλόγερος. ῾᾽Από τήν ἄλλη…᾽ ξανάπε, χωρίς νά ὁλοκληρώσει.


῾᾽Από τήν ἄλλη;᾽ ρώτησε ὁ μέγας ῞Ηλιος καί τό βλέμμα του καί πάλι σάν ἀκτίνα ἱλαροῦ φωτός χάϊδεψε τό ταπεινό πλάσμα τοῦ Θεοῦ.


῾᾽Από τήν ἄλλη, ἀρκεῖ μοι τό βλέπειν σε, Πάτερ. Μοῦ ἀρκεῖ νά σέ βλέπω, Πατέρα. Μέ μόνη τήν θωριά σου σβήνονται ὅλες οἱ ἀπορίες μου καί οἱ προβληματισμοί μου. Σάν νά βλέπω τόν ἴδιο τόν Θεό καί τήν ἀγάπη Του. Καί νιώθω ὅτι δέν ὑπάρχουν πιά ἐρωτήματα. Μπροστά σου τά καταλαβαίνω ὅλα᾽.


῞Εν᾽ ἀεράκι φάνηκε νά φυσάει ἁπαλά ἐκείνη τήν ὥρα καί μιά γλυκιά αὔρα δροσιᾶς τύλιξε τούς πνευματοφόρους συνομιλητές, φέρνοντας μιάν ἀπόκοσμη εὐωδία σάν ἀπό πανάκριβο μύρο. ῎Αν κανείς τούς ἔβλεπε ἀπό κάποια ἀπόσταση, θά ἔβλεπε ὅτι καί οἱ τρεῖς μέ τόν μεγάλο ἀββᾶ ἀνάμεσά τους ἦταν μέσα σ᾽ ἕνα γαλαζόλευκο φῶς πού ὅμοιό του στήν γῆ δέν μπορεῖ κανείς νά ἀντικρύσει.


Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ, Δάκρυα Μετανοίας

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Ὁ ἐπίσκοπος καί ἡ χαρισματική προσευχή μιᾶς ἁπλῆς γυναίκας

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης ἀνέφερε: «Μ’ ἔμαθε νά προσεύχωμαι κατανυκτικά καί μέ δάκρυα μία ἁπλῆ γυναικούλα, πού κατοικοῦσε στό Πέραμα Πειραιῶς καί τήν ἀποκαλοῦσαν περιφρονητικά ὄχι μέ τ’ ὄνομά της, ἀλλά μέ τό παρατσούκλι “ἡ Αὐγουλοῦ”, γιατί πούλαγε φρέσκα αὐγά, νά ἐξοικονομήση τόν “ἄρτον τόν ἐπιούσιον”.

Ὡς περιοδεύων πέρασα μιά μέρα ἀπ’ τό φτωχικό της σπίτι, γιά νά εἰσπράξω μιά συνδρομή γιά τό περιοδικό ΖΩΗ. Ἡ ἴδια ἀπουσίαζε καί βρισκόταν ἐκεῖ τό παιδί της, πού διήρχετο τήν ἐφηβεία. Ἔκαιγε τό καντήλι στό εἰκονοστάσι κι ἔκανα στό παιδί τήν πρότασι ἄν ἤθελε μέχρι νά ᾽λθη ἡ μητέρα του νά προσευχηθοῦμε λιγάκι. Κάπως ἀδιάφορα κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του καί εἶπε ἄς προσευχηθοῦμε. Ὅταν τελειώσαμε τήν προσευχή, μοῦ λέει κάπως χαριτολογώντας: Α, ἐσύ δέν ξέρεις νά προσευχηθῆς! Ἐγώ κατεπλάγην ἀπ’ τήν τολμηρή αὐτή παρατήρησι καί τόν ρώτησα νά μοῦ ἐξηγήση, πῶς κατά τή γνώμη του πρέπει νά προσεύχεται ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανός; Ἐγώ, κύριε, μοῦ λέει δέν ξέρω Θεολογία, ἀλλά βλέπω τό παράδειγμα τῆς μητέρας μου, πού ὅταν προσεύχεται κραυγάζει συνεχῶς “Κύριε Ἐλέησον”, πέφτει συνεχῶς σέ μετάνοιες, κτυπάει τό στῆθος της καί τρέχουν ποτάμι τά δάκρυά της!

Μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἀφήγησι, μεγάλωσε ἡ ἐπιθυμία μου νά γνωρίσω αὐτή τήν ὑπέροχη γυναῖκα καί νά διδαχθῶ κάτι ἀπ’ τή χαρισματική προσευχή της.

Ἐκείνη τή μέρα δέν ἦλθε κι ἀποχώρησα. Μιά ἄλλη μέρα πέρασα νά τή συναντήσω καί βρέθηκα μπροστά σέ μιά συγκλονιστική σκηνή προσευχομένου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνδρας της, ὅπως ἔμαθα, ἦταν ἕνας μέθυσος κι ἀχαΐρευτος, πού τῆς ἔπαιρνε ὅ,τι οἰκονομοῦσε ἀπ’ τά αὐγά καί μπεκρόπινε. Ἐκείνη τή μέρα κατά τήν ὁποία πῆγα, ἀπ’ τό μεθύσι του τήν εἶχε ξυλοκοπήσει, τῆς εἶχε πάρει τά χρήματα καί τῆς εἶχε πετάξει τήν Καινή Διαθήκη μέσα στό πηγάδι!

Ἐγώ δέ, τή βρῆκα γονατιστή στό πηγάδι νά προσεύχεται καί νά λέη: Χριστέ μου καί Παναγία μου Μεγαλόχαρη, τό βιβλίο μέ τά ἱερά γράμματα, τό ὁποῖο ἔρριξε ὁ ἄνδρας μου στό πηγάδι δέν τό ἔκανε ἀπό ἀσέβεια, ἀλλά ἦταν μεθυσμένος. Κάνε Παναγία μου τά ἱερά αὐτά Γράμματα, πού θά λειώσουν καί θά γίνουν ἕνα μέ τό νερό, νά τά πιῆ ὁ ἄνδρας μου, νά μετανοήση, νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ, νά μήν πάη στήν κόλασι, Χριστουλάκη μου, γιατί ὁ κόσμος μέ ἔχει γιά καλή, ἐνῶ ἐγώ ἡ τρισάθλια ἔχω πολλά ἀθεράπευτα πάθη κι ἁμαρτίες!

Πηγή: Ιστολόγιο Τάλαντο

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Δεν έχουμε τον Χριστό στην ψυχή μας...

Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβατάκι του ο Γέροντας Πορφύριος και μου είπε:

- "Δεν μου λες, εδώ που κάθομαι εγώ, εσύ μπορείς να καθίσεις;"

- "Βεβαίως, Γέροντα", του απάντησα. "Πώς δεν μπορώ!"

- "Βρε, μου λέει έτσι όπως μιλούσε χαριτωμένα, τρελός είσαι; Θα πέσεις επάνω μου και θα σκάσω!"

- "Ε, ναι Γέροντα, πρέπει να σηκωθείτε εσείς για να καθίσω εγώ", συμπλήρωσα διορθώνοντας.

- "Α! μπράβο, μπράβο. Έτσι γίνεται και με την ψυχή μας απέναντι στον Χριστό και στον αντίχριστο. Όταν στην ψυχή μας είναι θρονιασμένος ο Χριστός, μπορεί να έχει θέση ο αντίχριστος;"

- "Όχι, Γέροντα"

- "Ε! Γι΄ αυτό, παιδί μου, σου λέω. Δεν έχουμε τον Χριστό στην ψυχή μας. Αν Τον είχαμε, δεν θα μας πλησίαζε ο διάβολος καθόλου.

Δυστυχώς όμως δεν προσέχουμε και μπαίνει μέσα ο τρισκατάρατος και ο Χριστός που είναι πολύ ευγενής, στέκεται στην πόρτα και χτυπάει. Αν Του ανοίξουμε μπαίνει μέσα.

Ενώ ο διάβολος μία τρυπούλα να βρει, χώνεται αδιάντροπα και άμα μπει δεν ξαναβγαίνει! Γι΄ αυτό χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί στη ζωή μας, ούτως ώστε να μη δίνουμε τόπο στο σατανά.

Πολλές φορές δεν προσέχουμε και είτε τον αναφέρουμε, είτε στέλνουμε στον διάβολο τα παιδιά μας ή τη γυναίκα ή τον άνδρα μας ή άλλους ανθρώπους..."

Από το βιβλίο "Πείρα Πατέρων 1", σ.92
Εκδόσεις συναξάρι

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

 

Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου;



Ένας πατέρας γυρίζει σπίτι από την εργασία του αργά, κουρασμένος και εκνευρισμένος, για να βρει τον πέντε ετών γιο του να τον περιμένει στην πόρτα.
-Μπαμπά, μπορώ να ρωτήσω κάτι;
-Ναι, βεβαίως, τι είναι;
-Μπαμπά, πόσα παίρνεις σε μια ώρα;
-Αυτό δεν είναι δίκη σου δουλειά, απάντησε θυμωμένος ο πατέρας.
-Θέλω ακριβώς να ξέρω. Παρακαλώ, πες μου πόσα παίρνεις σε μια ώρα;
-Εάν πρέπει να ξέρεις, παίρνω 40 ευρώ την ώρα.
-Ωχ! Μπαμπά, σε παρακαλώ, μπορείς να μου δανείσεις 20 ευρώ;
-Εάν ο μόνος λόγος που ρώτησες είναι να δανειστείς κάποια χρήματα, για να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατευθείαν στο δωμάτιό σου και στο κρεβάτι σου. Δεν εργάζομαι σκληρά καθημερινά για τέτοιες παιδαριώδεις επιπολαιότητες.
Το μικρό παιδί πήγε ήσυχα στο δωμάτιο του και έκλεισε την πόρτα. Ο μπαμπάς κάθισε σκεπτόμενος την ερώτηση του παιδιού και νευρίαζε όλο και περισσότερο. «Πώς τόλμησε να υποβάλει τέτοια ερώτηση, για να πάρει μόνο κάποια χρήματα;».
Μετά από μια περίπου ώρα ο μπαμπάς είχε ηρεμήσει και σκέφτηκε: «Ίσως είναι κάτι που πρέπει πραγματικά ν’αγοράσει ο μικρός με τα 20 ευρώ. Και δεν ζητάει χρήματα πολύ συχνά». Πήγε στην πόρτα του δωματίου του παιδιού και την άνοιξε.
-Κοιμάσαι, γιε μου; Ρώτησε.
-Δεν κοιμάμαι, απάντησε το αγόρι.
-Σκεφτόμουν ότι ίσως ήμουν πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα.
Ήταν μια μεγάλη μέρα και έβγαλα την κούρασή μου σε σένα.
Εδώ είναι τα 20 ευρώ που μου ζήτησες».
Το παιδί έτρεξε κατευθείαν επάνω του χαμογελώντας.
-Σ’ευχαριστώ, μπαμπά, φώναξε. Κατόπιν πάει στο μαξιλάρι του και βγάζει από κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα.
Ο πατέρας, μόλις βλέπει ότι το παιδί έχει ήδη κάποια χρήματα, αρχίζει να νευριάζει, ενώ εκείνο αρχίζει να μετράει σιγά τα χρήματά του και κοιτάζει τον μπαμπά του, που το ρωτά:
-Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα, εφ΄όσον έχεις ήδη μερικά;
-Μπαμπά, έχω 40 ευρώ τώρα. Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου; Σε παρακαλώ, έλα αύριο νωρίς στο σπίτι. Θα ήθελα πολύ να φάμε μαζί.
Ο πατέρας ένοιωσε συντετριμμένος.
Αγκάλιασε το μικρό γιο του και τον ικέτευσε να τον συγχωρήσει.......

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

 Ένας υποτακτικός, νέος στην ηλικία και καταγόμενος από πλούσια οικογένεια, ανέβαζε από την θάλασσα μέχρι την καλύβα τους το φορτίο στην πλάτη.
Από τον πολύ κόπο σαν να δυσανασχέτησε. Παρακάλεσε λοιπόν τον γέροντά του να του επιτρέψ
ει να χρησιμοποιεί υποζύγιο, για να ανεβοκατεβαίνει ο ίδιος και να μεταφέρει τα απαραίτητα.
Ο γέροντας, γνωρίζοντας την αδυναμία του, του επέτρεψε να πάρει ένα για τον σκοπό αυτό.
Μία μέρα, καθώς ανέβαζε με το γαϊδουράκι το φορτίο του, σε μία στροφή, εκεί που είναι το δυσκολότερο σημείο του δρόμου (στο μονοπάτι προς μικρή Αγία Άννα στο Άγιο Όρος) , εκεί ακριβώς βλέπει ένα λαμπροφορεμένο νέο να βαστάει στα χέρια του ένα σφουγγάρι, με το οποίο σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπο των διερχομένων πατέρων, και του θυμίαζε.

Πλησίασε κι αυτός και πρότεινε το μέτωπό του περιμένοντας να τον σκουπίσει. Αλλά ο νέος, αντί να σκουπίσει αυτόν, σκούπισε το μέτωπο του γαϊδάρου. Κι όταν ο μοναχός παραπονέθηκε, ο φαινόμενος νέος του είπε:
- Εγώ, αδελφέ, σκουπίζω, αρωματίζω και πληρώνω μόνο αυτούς που κοπιάζουν και ιδρώνουν, και όχι αυτούς που ζητούν ανέσεις εδώ.
Και όταν είπε αυτά έγινε άφαντος. Ύστερα από το μάθημα αυτό ο νέος μοναχός δεν μεταχειρίστηκε άλλη φορά το υποζύγιο, αλλά μετά χαράς μεγάλης μετέφερε κι αυτός το φορτίο του στην πλάτη, όπως κα οι άλλοι πατέρες .
πηγη : TRELOGIANNIS.BLOGSPOT.COM