Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Τὸ ἔπος τοῦ 1940-1941 συστατικὸ τῆς ἀθανασίας τῆς φυλῆς μας

Τὸ ἔπος τοῦ 1940-1941 συστατικὸ τῆς ἀθανασίας τῆς φυλῆς μας


Ἡ λιτὴ ἀπάντηση τοῦ τότε πρωθυ­πουργοῦ τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννη Μεταξᾶ στὸν πρεσβευτὴ τῆς Ἰ­­τα­λίας τὴν αὐγὴ τῆς 28ης ­Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 σημείωσε ἀνεξίτηλα στὴν ἱστορία τῆς ὑδρογείου μιὰ ἱστορικὴ ­καμπή. Ἄλ­­λα­ξε τὸ ἦθος τοῦ πολέμου τῶν ­πέν­τε ἠπείρων. Ἡ ­ἀπήχηση τοῦ ΟΧΙ δὲν συγ­κλόνισε μόνο τὸν ­εὐρωπαϊκὸ χῶρο. Συγ­κλόνισε τὴν Ἄπω Δύση καὶ τὴν Ἄ­­­πω ­Ἀνατολή. Στὶς Ἰνδίες ­ἔκριναν ὅτι «τὸ μέλ­λον τῶν Βαλκανίων ἐξαρτᾶται ἀ­­­πὸ τὴν τύχη τῆς Ἑλλάδος». Στὴν Ἰαπω­νία φάνηκε τόσο ­ἀπίστευτο τὸ γεγονός, ὥ­σ­τε καταγγέλθηκε ὅτι «ἡ Ἑλ­­λὰς ἐπετέθη κατὰ τῆς ­Ἰταλίας»! ­Ὡστόσο τὴν ­ἀκριβέστερη ­ἐκ­τί­μη­ση τῆς ­ἱστορικῆς ἐ­­­­­­κείνης στιγ­μῆς τὴν ἔ­­­­­κανε ἡ ἀμερικανι­κὴ ­ἐφημερίδα «Κρί­στιαν Σάϊενς Μό­­νιτορ», ἡ ὁ­­­ποία ἔγραψε: ­«Δύ­να­ται νὰ ­εἴ­πῃ κανεὶς χωρὶς δισταγμόν, ὅτι ἴ­­σως ἐκεῖ ἐπά­νω, εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου, κρίνεται ἡ τύχη ὁ­­λοκλήρου τοῦ πολέμου».
 
Καὶ πράγματι αὐτὸ συνέβη! Τὸ ἔπος τοῦ 1940-41 τό ’γραψε ὁ ­Ἕλληνας στρα­­τιώτης ποὺ ­σκαρ­φάλωσε σὲ ἀπά­τη­τες κορφές. Ἐκεῖ ἐπάνω ἀνάμε­σα οὐ­ρανοῦ καὶ γῆς οἱ φαντάροι μας πρόταξαν τὰ στήθη τους, ἔγιναν ­δημιουργοὶ νέων Μαραθώνων ­δίνοντας στὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητος τὴν ἀποφασιστική του στροφὴ πρὸς μιὰ ὑπέροχη κάθαρση. Ἡ δόξα διάλεξε γι’ αὐτὸ τὸ ὑπέρ­οχο ἱστορικὸ γεγονὸς τὰ πιὸ ἄγρια, τὰ πιὸ σκυθρωπὰ βουνὰ Σμόλικα καὶ Γράμμο, ποὺ τινάζουν τὶς φοβερὲς κορ­φές τους στὰ σύννεφα – 2.520 ἕως 2.636 μέτρων ὕψους – δυὸ βουνὰ μὲ βαθιὰ φαράγγια, σὰν τεράστιες σπαθιὲς Τιτάνων, μὲ κορυφογραμμὲς θαμμένες σὲ προαιώνια χιόνια, τυλιγμένες στὴν ὀμίχλη. Ἐκεῖ ἐπάνω ἔδειξε ἡ Νίκη σ’ ἕνα πρῶτο χαμόγελο τὴν ἐκτυφλωτικὴ ἀστραπὴ τῶν δον­τιῶν της στὸν ἐπιδρομέα. Ἐκεῖ ἀντιλάλησε μετὰ ἀπὸ 25 αἰῶνες ὁ ἀρχαῖος παιάνας: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἐλευθεροῦτε πατρίδα». Ἐ­­­λευθεροῦτε λαούς!... «Νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών».

Σ’ ἐκεῖνα τὰ σχεδὸν ἀπάτητα βουνὰ ἔλαμψε ἡ ἀγάπη τοῦ Ἕλληνα πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ κατεξοχὴν γνώρισμα τῆς Φυλῆς μας. Ἐκεῖ ὅλοι μαζὶ παραμερίσαμε τὶς διαφωνίες μας καὶ ὡς σκαπανεῖς καὶ θεμελιωτὲς τοῦ κλασικοῦ πολιτισμοῦ, ὡς ὑπερασπιστὲς τῆς ἁγίας Πίστεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπως κατὰ τὴ Βυζαντινὴ περίοδο, ὡς ὑπερασπιστὲς τῆς ἐλευθερίας, πολεμήσαμε ὡς ἕνας ἄνθρωπος. Μὲ ἀπαράμιλλη γενναιότητα καὶ ὁμοψυχία, «μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη» ταπεινώσαμε μιὰ ὁλόκληρη κατάφρακτη αὐτοκρατορία. Καὶ κυρίως μὲ πίστη μοναδικὴ στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα μας. Δὲν ἦταν τυχαῖο ὅτι, ὅπως ἔγραψε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης, σ’ ὅλη τὴ γραμμὴ τοῦ μετώπου, «ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου ἴσαμε ψηλὰ στὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔβλεπε τὶς νύχτες μιὰ γυναικεία μορφὴ νὰ προ­βαδίζει, ψηλόλιγνη, ἀλαφροπερπάτητη, μὲ τὴν καλύπτρα της ἀναριγμένη ἀπὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ πάντα, τοῦ τὴν εἴχανε τραγουδήσει σὰν ἤτανε μωρὸ κι ὀνειρευότανε στὴν κούνια». Ἦταν ἡ Παναγία, «ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός».

Ἐκεῖ πάνω στ’ ἀπότομα βουνὰ ὁ στρατός μας ὁρμοῦσε στὴ μάχη μὲ κάτι τὸ δραματικὰ ἱερό, τὴ γαλανόλευκη μὲ τὸν Σταυρό. Ἐκεῖ ἡ σημαία μας φτεροκο­ποῦ­σε ἀνήσυχα στὸ βουνήσιο ἀγέρα καὶ οἱ φαντάροι μας μὲ τὸ σάλπισμα τῶν σαλπιγκτῶν ποὺ σήμαιναν τὸ ἐμβατήριο τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς θυσίας χυμοῦσαν, κατρακυλοῦσαν στὶς βουνοπλαγιές, ἕνα κύ­μα ἀπὸ χακί, ἐνῶ οἱ Ἰταλοὶ ὑποχωροῦ­σαν ­κατατρομαγμένοι, ἀφήνοντας πίσω τους αἰχμαλώτους καὶ ἄφθονο πολεμικὸ ὑλικό... Ἦταν τό­ση ἡ ὁρμὴ τοῦ στρατοῦ μας, ποὺ φλογίζονταν ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν Πατρίδα, ὥστε ἀψηφοῦσαν τὰ κρυοπαγήματα ποὺ τοὺς νέκρωναν τὰ ἄκρα. Αὐτὸν τὸν ­ὕπουλο θάνατο ποὺ δάγκω­νε κι ἔκοβε ­κομμάτια ἀπὸ τὰ κορμιά. Ὡσ­τόσο αὐτοὶ ὁρμοῦσαν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ξυπόλυτοι πάνω στὰ χιόνια, νομίζοντας ὅτι τοὺς φυλάει ἡ ἀρ­βύλα, ἡ ὁποία ὅμως ἦταν, χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν, ξεπατωμένη ἀπὸ καιρό!...

Ἔτσι ὑπερασπίσθηκαν οἱ ­φαντάροι μας τοῦ 1940-1941 τὴν ­Ἑλλάδα, τὴν τι­­μή της, τὴν ἐλευθερία της. ­Ἀναχαίτισαν μόνοι αὐτοὶ μέσα στὸ μεγάλο κόσμο τὸν ἐχθρό, τὸν κυνήγησαν, τὸν ντρόπια­σαν...

Τὸ 1940-1941 θριάμβευσε ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας, ἡ ἑνότητα, ἡ τολμηρὴ αὐταπάρνηση, ἡ ἐκτυφλωτικὴ ἀνιδιοτέλεια. Ἡ Ἱστορία παρακολούθησε τὸ τόλ­μημα τοῦ μικροῦ μας λαοῦ, ποὺ κτύπησε καὶ ἀπέκρουσε ὀκτὼ ἑκατομμύρια διαβόητες λόγχες, μὲ κρατημένη τὴν ἀ­­­­­­νάσα. Οἱ λαοὶ θαύμασαν τὴν πίστη μας, τὸ πάθος τῆς αὐτοθυσίας, τὴν περιφρόνηση τοῦ θανάτου, τὴν ὁρμὴ καὶ τὸν ἐνθουσιασμό μας κατὰ τῆς προσ­βολῆς τοῦ σωστοῦ καὶ τοῦ δικαίου. Καὶ πῆραν ν’ ἀνασαίνουν καὶ νὰ ἐλπίζουν.

Τὴν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, ἐκείνη τὴν ἔξαρση, τὴν αἴγλη, τὸ θαῦμα, ὅταν 12 κράτη εἶχαν παραδοθεῖ στὸν Ἄξονα χωρὶς ἢ μὲ μηδενικὴ ἀντίσταση, δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονήσουμε ποτέ, διότι ἀνήκει στοὺς κορυφαίους ἱστορικοὺς σταθμοὺς τοῦ Ἔθνους μας. Παράλληλα πρέπει νὰ διηγούμαστε τὸ ἔπος τοῦ 1940-1941 στὰ παιδιά μας καὶ ἐκεῖνα στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους· ὅπως ἔ­­­­­­­καναν οἱ Ἰσραηλίτες ποὺ ἱστοροῦσαν στὶς ἑπόμενες γενιὲς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ στὸ ἔθνος τους.

Ὅμως ἡ διήγησή μας δὲν πρέπει νὰ εἶναι ψυχρή, χωρὶς ψυχή, ἀλλὰ νὰ ἐκ­­φράζει τὸν καημὸ τῆς Φυλῆς μας, τὸ πάθος μας γιὰ τὴν ἐλευθερία, τὴν ἄσβηστη ἀγάπη μας στὴν Ἑλλάδα, τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεὸ γιὰ τὰ θαύματά του στὸ Ἔθνος μας. Ἔτσι ὅπως ἱστοροῦμε τὸ μεγάλο 1821. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε ἰδιαίτερα σήμερα, ποὺ κάποιοι προσπαθοῦν νὰ μᾶς κάνουν νὰ ­χάσου­με τὴν Πίστη μας, τὴν ἀγάπη μας στὴν Πατρίδα, τὰ ὑψηλὰ ἰδανικά μας, τὴν ταυτότητά μας. Σήμερα ποὺ κάποιοι ξαναγράφουν τὴν ἱστορία μας καὶ τὴν διαστρεβλώνουν. Πρέπει νὰ κρατήσουμε τὸ ἔπος τοῦ 1940 ὡς ἱερὴ παρακαταθήκη. Εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ πολύτιμα ποὺ πρέπει ν’ ἀφήσουμε ὡς ­κληρονομιὰ στὶς ἐπερχόμενες γενιές. Ἡ πίστη τοῦ 1940-1941 καὶ ἡ ἑνότητα τοῦ λαοῦ μας εἶναι συστατικὸ τῆς ἀθανασίας τῆς Φυλῆς μας, τῆς αἰωνιότητάς μας.

Πηγή: Ο Σωτήρ

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα θα πορευτεί όχι με ότι κουβαλάει στην τσέπη της αλλά με αυτό που έχει στην ψυχή της'


Ενας καλός φίλος φιλομόναχος μου τηλεφώνησε και μου έδωσε την ευκαιρία να χαμογελάσω εν μέσω όλων αυτών των θλιβερών ειδήσεων.
 
"Στις Καρυές του Αγίου Όρους την προηγούμενη βδομάδα κατέβηκε ένα ταπεινό γεροντάκι ασκητής που όπως ενθυμούνται οι παλαιότεροι κατεβαίνει από την ασκητική παλαίστρα του κάθε 15 με 20 χρόνια.
Πήγε στο παντοπωλείο στις Καρυές για να πάρει κάτι που ήθελε και τους πλήρωσε με δραχμές. Φυσικά δεν γνώριζε ότι σήμερα έχουμε ευρώ. Ο υπάλληλος δεν του είπε τίποτε και δέχτηκε τις δραχμές και μάλιστα του έδωσε και ρέστα σε ευρώ. Το γεροντάκι πήρε τα ρέστα και αναχώρησε στο ασκητήριο του.
Και ο αγαπητός μου φίλος συνέχισε ¨να ένα καλό σημάδι ότι η Ελλάδα θα πορευτεί ανεξαρτήτως τι κουβαλάει στην τσέπη της αλλά θα προχωρήσει με αυτό που έχει στην ψυχή της''.

Πηγή: Άγιος Νικόλαος ο Νέος

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Αναζητώντας τη Βασιλεύουσα: Η ιστορία της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως


Το ιερό τέμενος της χριστιανοσύνης, η ιστορία και ο βίος του οποίου είχε πεπρωμένο να συνδεθεί με την ιστορία και το βίο ολόκληρου του Ελληνικού έθνους, αλλά και ένα εκ των σημαντικότερων μνημείων της χριστιανικής τέχνης βρίσκεται επί της Νοτιοδυτικής κλιτούς του πρώτου λόφου της Κωνσταντινουπόλεως και μαζί με το Ιερό Παλάτιο και τον Ιππόδρομο αποτελούσε ενιαίο κεντρικό οικοδομικό συγκρότημα της Πόλης.

Σύμφωνα προς την παράδοση, την οποία διασώζουν οι Βυζαντινοί χρονογράφοι, ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας κτίσθηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού εγκατέστησε την πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους, το 331 μ.Χ., στο Βυζάντιο, την κόσμησε με πολλά ιδρύματα όμοια προς αυτά της Ρώμης. Από αυτά τα σημαντικότερα ήταν το Ιερό Παλάτιο και ο Ιππόδρομος. Εκτός όμως του Ιερού Παλατίου και του Ιπποδρόμου, ο Κωνσταντίνος ανήγειρε και δεκατέσσερις εκκλησίες, μεταξύ των οποίων την πρώτιστη και καλλίστη αφιέρωσε στην Υπέρτατη του Θεού Σοφία. Ο διάδοχος και γιός του Κωνσταντίνου Κωνστάντιος την ανοικοδόμησε και την κατέστησε πιο ευρύχωρη και πιο μεγαλοπρεπή, αφιερώνοντας σε αυτό το ναό πολλά αναθήματα, κειμήλια χρυσά και αργυρά. Ο ναός αυτός κατά τους αρχαιολόγους ήταν σχήματος βασιλικής ξυλόστεγης και τα εγκαίνιά του έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360.

Ο ναός αυτός ονομαζόταν και Μεγάλη Εκκλησία, αλλά χρησιμοποιούνταν και το όνομα Σοφία, το οποίο και επικράτησε αργότερα. Την ονομασία Αγία Σοφία θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο γεγονός ότι όσο χρόνο ετίθετο ο θεμέλιος λίθος, η στη Νίκαια της Βιθυνίας συνελθούσα Α΄ Οικουμενική Σύνοδος είχε ήδη αποκηρύξει τον αρχηγό αίρεσης Άρειο (325) και είχε ανακηρύξει τον Χριστό ως τον αληθινό Λόγο και την Σοφία του Θεού. Και ο ναός τιμήθηκε ως ναός της του Θεού Σοφίας, αλλά παράλληλα διατηρήθηκε και το όνομα Μεγάλη Εκκλησία. Το όνομα όμως αυτό δεν χαρακτήριζε μόνο το μέγεθος του ναού. Επί αιώνες, η Μεγάλη Εκκλησία σήμαινε το κέντρο της Ορθοδοξίας, αλλά και αυτήν ακόμη την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο πρώτος αυτός ναός της του Θεού Σοφίας διατηρήθηκε μέχρι τον Αυτοκράτορα Αρκάδιο (383-408).

Από της ιδρύσεως του ο ναός της Αγίας Σοφίας διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο σε όλα τα εκκλησιαστικά και πολιτικά γεγονότα, κατά τον υπερχιλιετή βίο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στον ναό της Αγίας Σοφίας θριάμβευσε ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, κατά της αίρεσης των αρειανών. Εκεί διαβάστηκαν τα πρακτικά της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το 381 μ.Χ. Και σε αυτή την πρώτη εκκλησία της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε η ορθόδοξη πίστη. Στην Αγία Σοφία αντήχησε η φωνή του Χρυσοστόμου, εκεί κατέφυγε υπό την Αγία Τράπεζα ο Ευτρόπιος, αφού σώθηκε από την ευγλωττία του μεγάλου αυτού εκκλησιαστικού ρήτορα και οικουμενικού διδασκάλου.
Ο Χρυσόστομος διακρίθηκε για τη δύναμη του λόγου του και για την προς αυτόν αγάπη του λαού. Ήταν αυστηρός και ασκητικός, ήλεγχε την επικρατούσα κοινωνική ανισότητα, τις αδικίες που γίνονταν από άρχοντες και αρχιερείς, προπάντων όμως μαστίγωνε την τρυφή της Αυλής και την διαφθορά των πλουσίων. Στον αγώνα αυτό κατά της εκκλησιαστικής και πολιτικής αρχής, η κυβέρνηση αντέταξε τον φιλόδοξο και χωρίς αρχές πάπα Αλεξανδρείας Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος παίρνοντας ως συμμάχους και άλλους αρχιερείς, κατόρθωσε με πολλές μηχανορραφίες να καθαιρεθεί ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομος. Αυτομάτως όμως εκδηλώθηκε η αγανάκτηση του λαού για την ενέργεια αυτή και η κυβέρνηση αναγκάστηκε τον μεν Θεόφιλο να αποστείλει πάλι στην Αλεξάνδρεια, να επαναφέρει δε στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τον Χρυσόστομο. Επανερχόμενος ο Χρυσόστομος, χρησιμοποίησε αυστηρότερη γλώσσα, επιτιμώντας φανερά και σφοδρά την πολυτέλεια αυτής της ίδιας της αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Τότε έγινε (404) Σύνοδος στο Δρυ, προάστιο της Κωνσταντινούπολης, η οποία επισφράγισε και κατέστησε αμετάκλητη την καθαίρεση του Χρυσοστόμου. Μολονότι δε και η κυβέρνηση του Δυτικού κράτους και ο πάπας Ιννοκέντιος Α΄ δραστήρια επενέβησαν υπέρ αυτού, ο Χρυσόστομος εξορίσθηκε στην Κουκουσό, κοντά στις πηγές του Πυράμου. Μετά την εξορία του Χρυσόστομου, ο λαός της Κωνσταντινούπολης εξεγέρθηκε εναντίον του αυτοκράτορα Αρκαδίου, γιατί κυριολεκτικά λάτρευε τον πατριάρχη του, και στις 20 Ιουνίου του 404 πυρπόλησε τον ναό της Αγίας Σοφίας.

Επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β΄ (401-450), ο ναός ξανακτίστηκε και στις 8 Οκτωβρίου του 475 έγιναν τα εγκαίνιά του. Και ο ναός αυτός ήταν σχήματος βασιλικής, αλλά πεντάκλιτης. Στο ναό αυτό διεξήχθη η πολύκροτη συζήτηση κατά της αίρεσης του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου απ’ τη Συρία, ο οποίος διαχώριζε την ανθρώπινη από τη θεία φύση του Χριστού και καταπολεμούσε την ειδωλολατρική, γι’ αυτόν, έκφραση «Θεοτόκος», εφόσον δεν δεχόταν ότι ο Χριστός ήταν ομοούσιος προς τον πατέρα. Απ’ τον άμβωνα του ναού της Αγίας Σοφίας προκηρύχθηκε από τον πατριάρχη Ακάκιο το «Ενωτικόν», έγγραφο που επικυρώθηκε το 482 από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, το οποίο αποκατέστησε επί δύο γενιές την εκκλησιαστική ειρήνη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο δημιουργός της εκκλησιαστικής ειρήνης Ακάκιος αναγνωρίσθηκε ως ο ανώτατος Ιεράρχης της συνενωμένης Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Κωνσταντινουπόλεως, παίρνοντας πρώτα τον τίτλο του οικουμενικού πατριάρχη. Εξαιτίας όμως του Ενωτικού επήλθε διάσταση μεταξύ Ρώμης και Ανατολικής Εκκλησίας, του πάπα που αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη από τον επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως και βέβαια του Πατριάρχη.

Η αγία Σοφία του Ιουστινιανού: Βρισκόμαστε στο πέμπτο έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού, το 532. Τότε εξερράγη η τρομερή Στάση του Νίκα και στις 13 Ιανουαρίου του 532 ο ναός της αγίας Σοφίας πυρπολήθηκε μαζί με μεγάλο μέρος της Κωνσταντινούπολης. Αμέσως μετά την αιματηρή καταστολή της Στάσης ο Ιουστινιανός αρχίζει την ανοικοδόμηση του ναού επί εντελώς νέου σχεδίου. Η ανοικοδόμηση ανατέθηκε σε δύο κορυφαίους αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις της Λυδίας και τον Ισίδωρο από την Μίλητο. Επειδή δε βάσει των σχεδίων η ανοικοδόμηση του νέου ναού θα απαιτούσε χώρο περισσότερο από εκείνο τον οποίο κατελάμβανε ο προηγούμενος ναός, ο Ιουστινιανός αγωνίσθηκε για την εξασφάλιση αυτού του χώρου. Οι βυζαντινοί χρονογράφοι αναφερόμενοι σε παραδόσεις, διασώζουν πλήθος σχετικών επεισοδίων μεταξύ των οποίων τα εξής: ο αυτοκράτωρ έφτασε στο σημείο να προσφύγει σε κάποια χήρα, ονόματι Άννα, η οποία δεν δεχόταν να παραχωρήσει το οίκημά της, εκτός αν της κατέβαλαν 500 λίτρες χρυσού, μολονότι ολόκληρη η περιουσία της είχε εκτιμηθεί σε 85 λίτρες χρυσού: «Η δε θεασαμένη τον βασιλέα -αναφέρει ο χρονογράφος- προσέπεσε στα πόδια αυτού, δεομένη και λέγουσα, ότι τιμή μεν ουκ οφείλω λαβείν εις τα οικήματα, τον δε ναόν, αν βούλει κτίσαι, αιτούμαί σε ίνα έχω καγώ εν ημέρα κρίσεως μισθόν και τάφω εις τα οικήματά μου πλησίον». Ένας οστιάριος (θυρωρός) ήταν μανιώδης «ιπποδρομιάκιας», όπως χαρακτηρίζει σήμερα ο λαός τους μανιώδεις «φιλίππους». Ο βυζαντινός χρονογράφος τον χαρακτηρίζει «σφόδρα φιλιππόδρομον». Αυτός, λοιπόν, δυστροπούσε και αρνούνταν να παραχωρήσει την οικία του αντί 38 λίτρων χρυσού. Για να εξαναγκασθεί να την παραχωρήσει τον έκλεισαν στην φυλακή τις παραμονές των ιπποδρομιών. Το πάθος του όμως ήταν τόσο, ώστε για να απελευθερωθεί και να του επιτραπεί να προσέλθει στον Ιππόδρομο, παραχώρησε πρόθυμα την οικία του αντί της προτεινόμενης τιμής. Ενός άλλου, πωλητή χηνών στο επάγγελμα, αγοράσθηκε η οικία, ενώ ένας βασιλισκάριος (πιθανώς ράφτης ηγεμονικών ενδυμάτων), ονόματι Ξενοφώντας, δέχτηκε να κατεδαφίσουν το εργαστήριό του για χάρη του ναού υπό τον όρο όμως να τον προσκυνήσουν οι ηνίοχοι του Ιπποδρόμου! Πάρα πολλοί άλλοι, ιδιοκτήτες των πλησίον του παλιού ναού εργαστηρίων ή οικημάτων, τα παραχώρησαν, είτε με τη θέληση τους είτε χωρίς τη θέλησή τους και έτσι βρέθηκε ο ευρύς χώρος, στον οποίο ανεγέρθη το μεγαλοπρεπέστατο οικοδόμημα της χριστιανοσύνης. Πράγματι, η αγία Σοφία είναι κτισμένη επί 7.570 τ. μέτρων.

Ο θεμέλιος λίθος του νέου ναού τέθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 532. Μόλις είχαν παρέλθει σαράντα ημέρες από την καταστροφή του ναού. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Ήταν το χρονικό αυτό διάστημα ικανό για να εκπονήσουν οι δύο αρχιτέκτονες τα σχέδιά τους; Μάλλον ο Ιουστινιανός, έχοντας την πρόθεση να ανοικοδομήσει ναό μεγαλοπρεπέστερο του ήδη υπάρχοντος, είχε αναθέσει από πολύ παλιότερα την εκπόνηση των σχεδίων στους δύο αρχιτέκτονες. Η καταστροφή του ναού από την στάση του Νίκα επιτάχυνε απλώς την ανέγερση. Όταν ανοίχθηκαν το θεμέλια του ναού, ο τότε πατριάρχης Ευτύχιος επικαλέσθηκε τις ευλογίες του Θεού για το έργο το οποίο έμελλε να συντελεστεί. Ο δε αυτοκράτορας με το μυστρί στα χέρια έριξε το πρώτο «κουρασάνι» στα θεμέλια. Το «κουρασάνι» ήταν κατασκευασμένο από θερμό νερό, στο οποίο είχε βράσει άφθονο κριθάρι μέχρι χυλώσεως, ασβέστη, σκόνη οστράκων και φλοιοί πτελέας, το οποίο είχε την ιδιότητα να συμπυκνώνεται και να αποκτά την στερεότητα του σιδήρου. Το ίδιο μείγμα μεταχειρίζονταν και στα τείχη. Επί βάσεως δε επτά περίπου μέτρων από αυτό το μείγμα ανεγέρθηκαν τα πρώτα θεμέλια. Δέκα χιλιάδες εργάτες και τεχνίτες, μεταφερόμενοι από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας, απασχολήθηκαν στην ανέγερση του ναού. Τους επόπτευαν εκατό πρωτομάστορες. Δαπανήθηκαν, όπως αναφέρει ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, «κατά τους λιγότερο απίθανους υπολογισμούς, 3.000 κεντηνάρια χρυσού, ή 324.000.000 δραχμών». Σε σημερινό νόμισμα, η δαπάνη υπολογίζεται στις 3.600.000 λίρες στερλίνες. Ζητήθηκε και χρησιμοποιήθηκαν από όλο το κράτος τα λαμπρότερα των μαρμάρων. Μεταξύ αυτών χρησιμοποιήθηκαν και πολλά έργα τέχνης εκ των σωζομένων στα διάφορα ιερά της αρχαιότητας. Μάλιστα, διακρίνει κανείς ακόμη και σήμερα στους κίονες γύρω από τον μεγάλο θόλο τα λείψανα του ναού της Ηλιουπόλεως, του ναού της Αρτέμιδος της Εφέσου και πολλών άλλων ιερών της κλασσικής αρχαιότητας. Όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να κοσμήσουν τον Μέγα Ναό της νέας θρησκείας.

Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Είχαν περάσει πέντε χρόνια, έντεκα μήνες και 14 ημέρες από την ημέρα της πυρπολήσεως του ναού της του Θεού Σοφίας. Μετά απ’ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα, ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως παρίστατο στα εγκαίνια του μεγαλοπρεπέστερου ναού που είδε ποτέ η χριστιανοσύνη. Ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ξεκίνησε απ’ τα ανάκτορα, επιβαίνοντας σε τέθριππο άμαξα. Τον συνόδευε ο πατριάρχης Ευτύχιος. Πλήθος λαού ήταν μαζεμένο εκατέρωθεν των δρόμων. Ο πατριάρχης με τον αυτοκράτορα πορεύονταν στο ναό της Αγίας Αναστασίας. Από εκεί, αφού ψάλθηκε η λιτή (λιτανεία), ο Ιουστινιανός πεζός και ο πατριάρχης σε άρμα και πλήθος άπειρο, ξεκίνησαν και έφθασαν στην κεντρική πλατεία της Κωνσταντινουπόλεως, το Αυγουσταίο. Ο πατριάρχης κατεβαίνει από το άρμα. Ο Ιουστινιανός στέκεται δίπλα του και με τον σταυρό επικεφαλής προχωρούν προς το ναό. Τότε για πρώτη φορά ανοίχθηκαν οι πύλες, απαστράπτουσες από τη λαμπρότητα. Ο Ιουστινιανός προχώρησε μόνος μέχρι τον άμβωνα και, καταθαμπωμένος από την αίγλη και τη λαμπρότητα η οποία τον περιέβαλε, καταλήφθηκε από ενθουσιασμό και φώναξε:

«Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι! Νενικηκά σε, Σολομών». Μετά τα εγκαίνια ο Μάγιστρος Στρατηγός διασκόρπισε στο έδαφος τρία κεντηνάρια χρυσού, τα οποία ο λαός έσπευσε να συνάξει. Εντωμεταξύ είχε προηγηθεί στον Ιππόδρομο σφαγή 1.000 βοδιών, 10.000 προβάτων, 600 ελαφιών, 1.000 χοίρων και 10.000 ορνίθων. Όλα αυτά μαζί με 30.000 μέτρα σίτου μοιράστηκαν στον λαό. Η πανήγυρη των εγκαινίων είχε διάρκεια 14 ημέρες.

Είκοσι χρόνια μετά τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας και συγκεκριμένα την 7η Μαΐου 558, φοβερός σεισμός επέφερε βλάβες στον ναό. Ο κεντρικός τρούλος και το ανατολικό ημιθόλιο υπέστησαν ρήγματα και έπεσαν. Από την πτώση συντρίφτηκαν το Κιβώριο (μικρό κιβώτιο με άγια λείψανα), η Αγία Τράπεζα και ο Άμβωνας. Ευθύς αμέσως ο Ιουστινιανός ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ισίδωρο τον νεώτερο την επισκευή των ζημιών. Μετά την επισκευή του ναού τελέστηκαν και δεύτερα εγκαίνια, την 24η Δεκεμβρίου του 563. Παρίστατο ο Ιουστινιανός, ο τότε πατριάρχης Μηνάς (κατ’ άλλους ο ίδιος ο πατριάρχης των πρώτων εγκαινίων Ευτύχιος) και πλήθος λαού, ψάλλοντας το «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης…».

Κατά καιρούς έγιναν κι άλλες επισκευές και μετασκευές του ναού. Ο ναός της Αγίας Σοφίας, από της ιδρύσεώς του από τον Ιουστινιανό μέχρι σήμερα (2015) αριθμεί ηλικία 1478 ετών. Από τότε επισκευάσθηκε εξαιτίας καταστροφών από σεισμούς, ως επί το πλείστον, ή μετασκευάσθηκε αναλόγως των κυριάρχων του (Λατίνων, Μωαμεθανών) δώδεκα φορές περίπου. Το 558 υπό του Ισιδώρου του νεώτερου, το 867, το 975, το 987, το 1204 (μετασκευασθείς τότε σε καθολικό ναό από τους Λατίνους), το 1347 οπότε σεισμός επέφερε στο κτίριο νέες καταστροφές. Οι καταστροφές αυτές επισκευάσθηκαν επί Ιωάννη Καντακουζηνού και Ιωάννη Παλαιολόγου, και την επισκευή επέβλεψαν οι αρχιτέκτονες Αστράς, Φακιολάτος, και Κιπεράλτα. Το 1371, οπότε κατέπεσε από την κορυφή του θόλου ο σταυρός, το 1453 (μετασκευασθείς σε μωαμεθανικό τζαμί) και το 1545. Επί της βασιλείας του σουλτάνου Σελήμ Β΄ (1566-1574) επισκευάσθηκε ολόκληρος. Είχε προηγηθεί η ναυμαχία της Ναυπάκτου (7 Οκτωβρίου 1571) μεταξύ αφ’ ενός των ενωμένων στόλων της Ισπανίας, της Βενετίας, της Γένουας, της Νεαπόλεως και Σικελίας και αφ’ ετέρου της Τουρκίας. Ο τουρκικός στόλος νικήθηκε και αυτό στοίχισε πολλά στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος Σελήμ Β΄, κυριευθείς τότε από ευλάβεια, επισκεύασε, κατά τον χρονογράφο Καντεμίρ, προς παρηγοριά της θλίψης του, τον ναό της Αγίας Σοφίας. Τότε κτίσθηκε και δεύτερος μιναρές δίπλα στον μιναρέ τον οποίο είχε αναγείρει ο Μωάμεθ.

Κατά τις επισκευές της εποχής αυτής φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν από τον ναό οι τέσσερις μαρμάρινες πλάκες, που περιείχαν την «προκήρυξη». Η προκήρυξη είχε δοθεί στην Εκκλησία από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό (1122-1180). Με αυτή επικύρωνε τα πεπραγμένα της Συνόδου, η οποία είχε συγκροτηθεί από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη, για να λύσει το πολυθρύλητο ζήτημα του «Ο Πατήρ μείζων μου εστί». Τις πλάκες αυτές τις είχαν στήσει στο αριστερό και ενδότατο μέρος του ναού, πλαισιωμένες με λεπτούς πορφυρούς κίονες. Όπως αναφέρεται: «Ήσαν δε εκάστη το μέν μήκος οργυιαί τρείς, το δε πλάτος οργυιαί ελάσσονες, απετελείτο δε εκ των 4 τετράγωνον ίσον ισάκις». Άξια μνημονεύσεως είναι η επιγραφή της προκηρύξεως αυτής, όταν θυμηθεί κανείς σε ποια εποχή ο αυτοκράτωρ αυτός τιτλοφορούνταν: «Μανουήλ εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς, Πορφυρογέννητος, Ρωμαίων Αυτοκράτωρ, ευσεβέστατος, αεισέβαστος, Ισαυρικός, Κιλικικός, Αρμενικός, Δαλματικός, Ουγγρικός, Βοσνικός, Χωρβατικός, Λαζικός, Ιβηρικός, Σερβικός, Ζηκχικός, Χατζαρικός, Βουλγαρικός, Γοτθικός, θεοκυβέρνητος, Κληρονόμος Στέμματος του Μ. Κωνσταντίνου και ψυχή νεμόμενος πάντα τα τούτου δίκαια». Ο σουλτάνος απαίτησε από τον πατριάρχη να σταλούν σοφοί, για να του ερμηνεύσουν στα τουρκικά την επιγραφή. Πράγματι του την ερμήνευσαν και τότε, κατά προτροπή του μουφτή, διέταξε να αποξέσουν τα γράμματα και να συντριβούν οι τρεις πλάκες. Την τέταρτη, με τους τίτλους, τοποθέτησε στον τάφο του πατέρα του.

Ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄, γιός του προαναφερθέντος σουλτάνου, αποτελείωσε την επισκευή του ναού, ο οποίος είχε ραγίσει από τον σεισμό. Επιπλέον διακόσμησε τον ναό εξωτερικά και εσωτερικά και τον επαύξησε με νέες οικοδομές. Αλλά με την πάροδο των ετών ο ναός της Αγίας Σοφίας είχε υποστεί πολλές φθορές και αν δεν λαμβάνονταν πρόνοια γενικής επισκευής του, υπήρχε η πιθανότητα να καταπέσει ίσως ολόκληρο το κτίριο. Τότε επενέβη ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ και πρόλαβε την καταστροφή. Επί δύο έτη ο ναός επισκευάζονταν και ξοδεύτηκαν υπέρογκα ποσά. Την 1η Ιουλίου 1849, ημέρα Παρασκευή, ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ προσήλθε, για να προσευχηθεί στην Αγία Σοφία. Τότε τελέσθηκαν κατά κάποιο τρόπο, τα εγκαίνια του επισκευασθέντος ναού. Μετά την προσευχή ο σουλτάνος φιλοδώρησε μεγαλοπρεπώς τους Ελβετούς αρχιτέκτονες αδελφούς Φοσσάτι, οι οποίοι επέβλεψαν την γενική επισκευή του ναού. Δώρα επίσης μεγάλα δόθηκαν από τον σουλτάνο στους ζωγράφους και λοιπούς τεχνίτες και εργάτες, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην επισκευή. Τότε επίσης κόπηκε νόμισμα, για να θυμίζει την γενική επισκευή της Αγίας Σοφίας. Το νόμισμα αυτό έφερε επί της μίας πλευράς την εικόνα του ναού και επί της άλλης το μονόγραμμα του σουλτάνου Αβδούλ Μετζήτ. Το 1852, οι αδελφοί Φοσσάτι δημοσίευσαν συμπεράσματα από την εργασία τους, καθώς και πλήθος σχεδίων του ναού της Αγίας Σοφίας.

Από το 1934, η Αγία Σοφία έχει μετατραπεί σε Μουσείο από την τουρκική δημοκρατία του Κεμάλ Ατατούρκ. Βέβαια, ήδη το 1930, το Βυζαντινό Ινστιτούτο της Αμερικής Dumbarton Oaks ανέλαβε εργασία για την αποκατάσταση του μνημείου και ιδίως της διακοσμήσεως και των θαυμάσιων ψηφιδωτών του. Χάρη σε αυτές τις εργασίες αποκαλύφθηκε σημαντικό αριθμός ψηφιδωτών παραστάσεων.

Δακτυλογράφηση κειμένου: Βάσω Κ. Ηλιάδη

* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

Πηγή: Αντίβαρο, Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας (II)

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Γιατί Πολεμάμε (Αφίσα 1940)

Η πρώτη αφίσα για τον πόλεμο του 1940 φιλοτεχνημένη από τον σπουδαίο ζωγράφο Σπύρο Βασιλείου.

Πηγή: Το Zωντανό Iστολόγιο

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Ἔτσι ἀπὸ μερικὰ παλληκάρια κρατήθηκε τὸ Ἔθνος!


Θυμᾶμαι στὸν στρατὸ τὸ σύνολο εἶχε ἕναν κοινὸ σκοπό. Προσπαθοῦσα ἐγώ, ἀλλὰ ἡ θυσία υπῆρχε καὶ στοὺς ἄλλους, ἄσχετα ἂν πίστευαν ἢ ὄχι στὴν ἄλλη ζωὴ "Γιατί νὰ σκοτωθῆ ὁ ἄλλος; Εἶναι οἰκογενειάρχης", ἔλεγαν καὶ πήγαιναν αὐτοὶ σὲ μία ἐπικίνδυνη ἐπιχείρηση. Ἡ θυσία ποὺ ἔκαναν αὐτοὶ εἶχε μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ τὴν θυσία ποὺ ἔκανε ἕνας πιστός. Ὁ πιστὸς πίστευε στὴν θεία δικαιοσύνη, στὴν θεία ἀνταπόδοση, ἐνῶ αὐτοὶ δὲν γνώριζαν ὅτι δὲν πάει χαμένη ἡ θυσία ποὺ ἔκαναν καὶ ὅτι θὰ ἔχουν νὰ λάβουν γι' αὐτὴν στὴν ἄλλη ζωή.
Στὴν κατοχή, τότε μὲ τὸν Δαβάκη, οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν κάνει συλλήψεις νέων ἀξιωματικῶν, τοὺς ἔβαλαν σὲ ἕνα καράβι καὶ τοὺς βούλιαξαν. Ὕστερα, τοὺς πρώτους τους ἐπίασαν, τοὺς βασάνισαν, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν ποιοὶ ἔχουν ὄπλα. Ἐκεῖ νὰ δεῖτε κοσμικοὶ ἄνθρωποι τί θυσία ἔκαναν! Στὴν Κόνιτσα, κοντὰ στὸ σπίτι μας, ἐκεῖ ποὺ ἔχτισαν τώρα τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πρῶτα ἦταν τζαμί. Τοὺς ἔκλειναν μέσα στὸ τζαμὶ καὶ τοὺς ἔδερναν ὅλη τὴν νύχτα μὲ βούρδουλα ποὺ εἶχε ἐπάνω κολτσίδες ὅλο ἀγκάθια ἢ μὲ καλώδια γδαρμένα. Ἔβγαιναν ἔξω τὰ σύρματα, ἔδεναν καὶ στὴν ἄκρη μολύβια καὶ μ' αὐτὰ τοὺς χτυποῦσαν. Κι αὐτὸ τὸ ἀτσαλένιο σύρμα πήγαινε καὶ....

ἔγδερνε τὸ δέρμα. Γιὰ νὰ μὴν ἀκούγονται οἱ φωνές, τραγοδοῦσαν ἢ ἔβαζαν μουσική. Ἀπὸ 'δω βγῆκε τὸ "ξύλο μετὰ μουσικῆς". Τοὺς κρεμοῦσαν καὶ ἀνάποδα καὶ ἔβγαζαν οἱ καημένοι αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα, ἀλλὰ δὲν μιλοῦσαν, γιατί σκέφτονταν: "Ἂν μαρτυρήσουμε ἐμεῖς -ἤξεραν ποιοὶ εἶχαν τὰ ντουφέκια- ὕστερα θὰ χτυποῦν τὸν καθέναν, γιὰ νὰ μαρτυρήσει". Γι' αὐτὸ οἱ πρῶτοι εἶπαν: "Ἂς πεθάνουμε ἐμεῖς, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξουμε ὅτι δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι ντουφέκια". Καὶ ἦταν μερικοὶ ποὺ γιὰ μία ὀκὰ ἢ γιὰ πέντε ὀκάδες ἀλέυρι ἔλεγαν ὅτι ὁ τάδε π.χ ἔχει δύο ντουφέκια. Πεινοῦσε ὁ κόσμος καὶ προδιδαν τοὺς ἄλλους. Ὅποτε καὶ μερικοὶ Ἰταλοὶ ἀπὸ ἕνα τάγμα ποὺ ἦταν νόθα παιδιὰ καὶ ἦταν βάρβαροι μὲ ὅλα τὰ κόμπλεξ ποὺ εἶχαν, ἔβγαζαν τὸ ἄχτι τους. Ἔπαιρναν τὰ μικρὰ παιδιά, τὰ ἔβαζαν τὰ καημένα γυμνὰ πάνω στὴ μασία ποὺ ἔκαιγιε καὶ τὰ πατούσαν νὰ κανού. Τὰ ἔκαιγαν, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν οἱ γονεῖς ποὺ ἔχουν τὸ ντουφέκι. "Δὲν ἔχω, δὲν ἔχω", ἔλεγαν οἱ μεγάλοι καὶ ἐκεῖνοι ἔκαιγαν τὰ παιδάκια. Θέλω νὰ πῶ, ἐκεῖνοι προτίμησαν νὰ πεθάνουν, ἂν καὶ ἦταν κοσμικοὶ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ μὴ φάνει καὶ ἄλλοι ξύλο ἢ γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκοτώσουν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔσωσαν πολὺ κόσμο. Ἔτσι ἀπὸ μερικὰ παλληκάρια κρατήθηκε τὸ Ἔθνος!
Ὅσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δὲν πεθαίνουν. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἡρωισμός, δὲ γίνεται τίποτε. Καὶ νὰ ξερετε, ὁ πιστὸς εἶναι καὶ γενναῖος. Ὁ Μακρυγιάννης ὁ καημένος τί τράβηξε! Καὶ σὲ τί χρόνια!

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

H Ἑλλάδα δακρύζει! Μιὰ εἰκόνα, δέκα ἑκατομμύρια κραυγὲς

Ἡ παραπάνω φωτογραφία κάνει τὸ γύρο τοῦ κόσμου μέσω Facebook καὶ ἄλλων τόπων κοινωνικῆς δικτύωσης.

Ἡ φωτογραφία δείχνει ἕνα μάτι τὸ ὁποῖο βλέπει τὴν γαλανόλευκη καί... δακρύζει!

Κλαίει γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ, γιὰ τὸ πῶς κατάντησαν κάποιοι τὴν Ἑλλάδα, γι' ὅλα αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ γὶ΄ αὐτὰ ποὺ θὰ ἔρθουν...

ΠΗΓΗ : agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

 Ἑλληνικὴ Γλώσσα: Ἡ παλαιότερη καταγεγραμμένη ζωντανὴ γλώσσα στὸν κόσμο!

Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἰνδοευρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ μέλος ἑνὸς ἀνεξάρτητου κλάδου τῆς ἰνδοευρωπαϊκῆς οἰκογένειας γλωσσῶν. Ἀνήκει ἐπίσης στὸν βαλκανικὸ γλωσσικὸ δεσμὸ (ἢ Balkansprachbund). Στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἔχουμε γραπτὰ κείμενα ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα π.Χ. μέχρι σήμερα.

Ἡ ἑλληνικὴ ὑπῆρξε στὴν ἀρχαιότητα ἡ πιὸ διαδεδομένη γλώσσα στὴν Μεσόγειο καὶ στὴν Νότια Εὐρώπη κυρίως ἐξαιτίας τοῦ πλήθους τῶν ἀποικιῶν ποὺ εἶχαν ἱδρυθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες στὶς ἀκτὲς τῆς Μεσογείου καὶ ἔφτασε νὰ εἶναι ἡ γλώσσα τοῦ ἐμπορίου ἀκόμα καὶ μέχρι τὰ τέλη τῆς Ἀλεξανδρινῆς περιόδου.

Τὸ πρῶτο μεγάλο πλῆγμα ποὺ δέχθηκε ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ἦταν ἡ μεταρρύθμιση τοῦ 1976 μὲ τὴν κατάργηση τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν καὶ ἡ διὰ νόμου καθιέρωση τῆς Δημοτικῆς καὶ τοῦ μονοτονικοῦ, ποὺ σήμερα κατάντησε ἀτονικό.

«Ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Κινέζικη εἶναι οἱ μόνες γλῶσσες μὲ συνεχῆ ζῶσα παρουσία ἀπὸ τοὺς ἴδιους λαοὺς καὶ στὸν ἴδιο χῶρο ἐδῶ καὶ 4.000 ἔτη. Ὅλες οἱ γλῶσσες θεωροῦνται κρυφοελληνικές, μὲ πλούσια δάνεια ἀπὸ τὴν μητέρα τῶν γλωσσῶν, τὴν Ἑλληνική.»,Francisco Adrados, γλωσσολόγος.

Τὸ τέχνασμα ποὺ ἐπινόησαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες προκειμένου νὰ καταφέρουν νὰ καταγράφουν φωνητικὰ τὶς λέξεις, ἦταν ἡ χρησιμοποίηση ἀπὸ τὴ μιὰ τόσων γραμμάτων ὅσοι καὶ οἱ φθόγγοι τῶν λέξεων, φωνηέντων καὶ συμφώνων, δηλαδὴ τῶν γραμμάτων: Ἃ(ἅ), Β(β), Γ(γ). καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη κάποιων ὁμόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των: Ὢ(ὁ) & Ὁ(ὁ), Ἡ(ἡ) & Ὑ(ὑ) & Ἰ(ἰ) μὲ τὰ ὁποῖα, βάσει κανόνων, ἀφενὸς ὑποδείχνεται ἡ ἐτυμολογία (= τὸ μέρος λόγου ἢ ὁ τύπος κ.τ.λ.), ἄρα τὸ ἀκριβὲς νόημα τῶν λέξεων καὶ ἀφετέρου διακρίνονται οἱ ὁμόηχες λέξεις, πρβ π.χ.: τύχη & τείχη & τύχει & τοῖχοι, λίπη & λείπει & λύπη.

Παράβαλε π.χ. ὅτι στὴν ἑλληνικὴ γραφὴ ἔχει κανονιστεῖ νὰ γράφουμε τὸ τελευταῖο φωνῆεν τῶν ρημάτων μὲ τὰ γράμματα – ὤ, εἰ καὶ τῶν πτωτικῶν μὲ τὰ – ὁ,ι,η, ὥστε νὰ διακρίνονται οἱ ὁμόηχοι τύποι: καλῶ & καλό, καλεῖ & καλή, σύκο & σήκω, φιλὶ & φυλή, φιλῶ & φύλο. Παράβαλε ὁμοίως ὅτι στὴν ἑλληνικὴ γραφὴ ἔχει κανονιστεῖ νὰ γράφουμε τὰ κύρια ὀνόματα μὲ κεφαλαῖο γράμμα καὶ τὰ κοινὰ μὲ μικρό, γιὰ διάκριση τῶν ὁμόφωνων λέξεων: νίκη &Νίκη, ἀγαθὴ & Ἀγαθή.

Ἱστορικὴ Συνέχεια

Τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι ἡ μόνη γλώσσα στὸν κόσμο ποὺ ὁμιλεῖται καὶ γράφεται συνεχῶς ἐπὶ 4.000 τουλάχιστον συναπτὰ ἔτη, καθὼς ὁ Arthur Evans διέκρινε τρεῖς φάσεις στὴν ἱστορία τῆς Μινωικῆς γραφῆς, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπὸ τὸ 2000 π.Χ. ἕως τὸ 1650 π.Χ.

«Ἐγὼ δὲν ξέρω νὰ ὑπάρχει παρὰ μία γλώσσα, ἡ ἑνιαία Ἑλληνικὴ γλώσσα. Τὸ νὰ λέει ὁ Ἕλληνας ποιητής, ἀκόμα καὶ σήμερα, ὁ οὐρανός, ἡ θάλασσα, ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, ὁ ἄνεμος, ὅπως τὸ ἔλεγαν ἡ Σαπφὼ καὶ ὁ Ἀρχιλόχος, δὲν εἶναι μικρὸ πράγμα. Εἶναι πολὺ σπουδαῖο. Ἐπικοινωνοῦμε κάθε στιγμὴ μιλώντας μὲ τὶς ρίζες ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ. Στὰ Ἀρχαῖα.», Ὀδυσσέας Ἐλύτης.

Ὁ μεγάλος διδάσκαλος τοῦ γένους Ἀδαμάντιος Κοραὴς εἶχε πεῖ: «Ὅποιος χωρὶς τὴν γνώση τῆς Ἀρχαίας ἐπιχειρεῖ νὰ μελετήσει καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν Νέαν, ἢ ἀπατᾶται ἢ ἀπατᾶ». Παρ’ ὅτι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, ὅλες οἱ Ὁμηρικὲς λέξεις ἔχουν διασωθεῖ μέχρι σήμερα. Μπορεῖ νὰ μὴν διατηρήθηκαν ἀτόφιες, ἄλλα ἔχουν μείνει στὴν γλώσσα μᾶς μέσω τῶν παραγώγων τους. Μπορεῖ νὰ λέμε νερὸ ἀντὶ γιὰ ὕδωρ ἀλλὰ λέμε ὑδροφόρα, ὑδραγωγεῖο καὶ ἀφυδάτωση. Μπορεῖ νὰ μὴν χρησιμοποιοῦμε τὸ ρῆμα δέρκομαι (βλέπω) ἀλλὰ χρησιμοποιοῦμε τὴν λέξη ὀξυδερκής. Μπορεῖ νὰ μὴν χρησιμοποιοῦμε τὴν λέξη αὐδὴ (φωνὴ) ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ λέμε ἄναυδος καὶ ἀπηύδησα.

Σήμερα δὲν λέμε λῶπος τὸ ἔνδυμα, ἀλλὰ λέμε τὴν λέξη «λωποδύτης» ποὺ σημαίνει «αὐτὸς ποὺ βυθίζει (δύει) τὸ χέρι τοῦ μέσα στὸ ροῦχο σου γιὰ νὰ σὲ κλέψει.

Ἡ Γραμμικὴ Β’ εἶναι καὶ αὐτὴ καθαρὰ Ἑλληνική, γνήσιος πρόγονος τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Ἄγγλος ἀρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, ἀποκρυπτογράφησε βάση κάποιων εὐρημάτων τὴν γραφὴ αὐτὴ καὶ ἀπέδειξε τὴν Ἑλληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικὰ ὅλοι ἀγνοοῦσαν πεισματικὰ ἔστω καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἦταν Ἑλληνική. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει τεράστια σημασία καθὼς πάει τὰ Ἑλληνικὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες ἀκόμα πιὸ πίσω στὰ βάθη τῆς ἱστορίας. Αὐτὴ ἡ γραφὴ σίγουρα ξενίζει, καθὼς τὰ σύμβολα ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ σημερινὸ Ἀλφάβητο.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ προφορὰ εἶναι παραπλήσια, ἀκόμα καὶ μὲ τὰ Νέα Ἑλληνικά. Γιὰ παράδειγμα ἡ λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Εἶναι γνωστὸ ὅτι «κ» καὶ σ» στὰ Ἑλληνικά μας κάνει «ξ» καὶ μὲ μιὰ ἁπλὴ ἐπιμεριστικὴ ἰδιότητα ὅπως κάνουμε καὶ στὰ μαθηματικὰ βλέπουμε ὅτι ἡ λέξη αὐτὴ ἐδῶ καὶ τόσες χιλιετίες δὲν ἄλλαξε καθόλου.
Ἀκόμα πιὸ κοντὰ στὴν Νεοελληνική, ὁ «ἄνεμος», ποὺ στὴν Γραμμικὴ Β’ γράφεται «ANEMO», καθὼς καὶ «ράπτης», «ἔρημος» καὶ «τέμενος» ποὺ εἶναι ἀντίστοιχα στὴν Γραμμικὴ Β’ «RAPTE», «EREMO», «TEMENO», καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα.

Ὑπολογίζοντας ὅμως ἔστω καὶ μὲ τὶς συμβατικὲς χρονολογίες, οἱ ὁποῖες τοποθετοῦν τὸν Ὅμηρο γύρω στὸ 1.000 π.Χ., ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ ρωτήσουμε: Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε ἡ γλώσσα μας ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποῦ οἱ ἄνθρωποι τῶν σπηλαίων τοῦ Ἑλληνικοῦ χώρου τὴν πρωτοάρθρωσαν μὲ μονοσύλλαβους φθόγγους μέχρι νὰ φτάσει στὴν ἐκπληκτικὴ τελειότητα τῆς Ὁμηρικῆς ἐπικῆς διαλέκτου, μὲ λέξεις ὅπως «ροδοδάκτυλος», λευκώλενος», «ὠκύμορος», κτλ;

Ὁ Πλούταρχος στὸ «Περὶ Σωκράτους δαιμονίου» μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Ἀγησίλαος ἀνακάλυψε στὴν Ἁλίαρτο τὸν τάφο τῆς Ἀλκμήνης, τῆς μητέρας τοῦ Ἠρακλέους, ὁ ὁποῖος τάφος εἶχε ὡς ἀφιέρωμα «πίνακα χαλκοῦν ἔχοντα γράμματα πολλὰ θαυμαστά, παμπάλαια…» Φανταστεῖτε περὶ πόσο παλαιᾶς γραφῆς πρόκειται, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὴν χαρακτηρίζουν «ἀρχαία».

Φυσικά, δὲν γίνεται ξαφνικά, «ἀπὸ τὸ πουθενὰ» νὰ ἐμφανιστεῖ ἕνας Ὅμηρος καὶ νὰ γράψει δύο λογοτεχνικὰ ἀριστουργήματα, εἶναι προφανὲς ὅτι ἀπὸ πολὺ πιὸ πρὶν πρέπει νὰ ὑπῆρχε γλώσσα (καὶ γραφὴ) ὑψηλοῦ ἐπιπέδου. Πράγματι, ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ Γραμματεία γνωρίζουμε ὅτι ὁ Ὅμηρος δὲν ὑπῆρξε ὁ πρῶτος, ἀλλὰ ὁ τελευταῖος καὶ διασημότερος μιᾶς μεγάλης σειρᾶς ἐπικῶν ποιητῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἔχουν διασωθεῖ (Κρεώφυλος, Προδικός, Ἀρκτίνος, Ἀντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθὼς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἔργων τοὺς (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αἰθιοπίς, Ἐπίγονοι, Οἰδιπόδεια, Θήβαις…) δὲν ἔχουν ὅμως διασωθεῖ τὰ ἴδια τὰ ἔργα τους.

Δυνατότητα Δημιουργίας Νέων Λέξεων

Ἡ δύναμη τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας βρίσκεται στὴν ἱκανότητά της νὰ πλάθεται ὄχι μόνο προθεματικὰ ἢ καταληκτικά, ἀλλὰ διαφοροποιώντας σὲ μερικὲς περιπτώσεις μέχρι καὶ τὴν ρίζα τῆς λέξης (π.χ. «τρέχω» καὶ «τροχὸς» παρ’ ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια οἰκογένεια ἀποκλίνουν ἐλαφρῶς στὴν ρίζα).

Τὸ διεθνὲς λεξικὸ Webster’s (Webster’s New International Dictionary) ἀναφέρει: «Ἡ Λατινικὴ καὶ ἡ Ἑλληνική, ἰδίως ἡ Ἑλληνική, ἀποτελοῦν ἀνεξάντλητη πηγὴ ὑλικῶν γιὰ τὴν δημιουργία ἐπιστημονικῶν ὅρων», ἐνῶ οἱ Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue καὶ Anne-Marie Delrieu τονίζουν: «Ἡ ἐπιστήμη βρίσκει ἀσταμάτητα νέα ἀντικείμενα ἢ ἔννοιες. Πρέπει νὰ τὰ ὀνομάσει. Ὁ θησαυρὸς τῶν Ἑλληνικῶν ριζῶν βρίσκεται μπροστά της, ἀρκεῖ νὰ ἀντλήσει ἀπὸ ἐκεῖ. Θὰ ἦταν πολὺ περίεργο νὰ μὴν βρεῖ αὐτὲς ποὺ χρειάζεται».

Ὁ Γάλλος συγγραφέας Ζὰκ Λακαρριέρ, ἔκθαμβος μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο της Ἑλληνικῆς, εἶχε δηλώσει σχετικῶς: «Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει τὸ χαρακτηριστικὸ νὰ προσφέρεται θαυμάσια γιὰ τὴν ἔκφραση ὅλων των ἱεραρχιῶν μὲ μιὰ ἁπλὴ ἐναλλαγὴ τοῦ πρώτου συνθετικοῦ. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ βάλει ἕνα πᾶν – πρῶτο – ἀρχὶ- ὑπὲρ- ἢ μιὰ ὁποιαδήποτε ἄλλη πρόθεση μπροστά σε ἕνα θέμα. Κι ἂν συνδυάσει κανεὶς μεταξύ τους αὐτὰ τὰ προθέματα, παίρνει μιὰ ἀτελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τὰ προθέματα ἐγκλείονται τὰ μὲν στὰ δὲ σὰν μιὰ σημασιολογικὴ κλίμακα, ἡ ὁποία ὀρθώνεται πρὸς τὸν οὐρανὸ τῶν λέξεων».

Στὴν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου ἡ Θέτις θρηνεῖ γιὰ ὅτι θὰ πάθει ὁ υἱὸς τῆς σκοτώνοντας τὸν Ἔκτωρα «διὸ καὶ δυσαριστοτοκείαν αὐτὴν ὀνομάζει». Ἡ λέξη αὐτὴ ἀπὸ μόνη της εἶναι ἕνα μοιρολόι, δὺς + ἄριστος + τίκτω (=γεννῶ) καὶ σημαίνει ὅπως ἀναλύει τὸ Ἐτυμολογικόν το Μέγα «ποὺ γιὰ κακὸ γέννησα τὸν ἄριστο».

Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν κυκλοφόρησε στὴν Ἐλβετία τὸ λεξικὸ ἀνύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) ὅπου προτείνεται νὰ ἀντικατασταθοῦν Γαλλικὲς περιφράσεις μὲ μονολεκτικοὺς ὅρους ἀπὸ τὰ Ἑλληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ. περίπου 2.000 λήμματα μὲ προοπτικὴ περαιτέρω ἐμπλουτισμοῦ.

Ἡ Ἀκριβολογία

Εἶναι προφανὲς ὅτι τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀκριβολογία, γλῶσσες ὅπως τὰ Ἑλληνικὰ ὑπερτεροῦν σαφῶς σὲ σχέση μὲ γλῶσσες σὰν τὰ Ἀγγλικά. Εἶναι λογικὸ ἄλλωστε ἂν κάτσει νὰ τὸ σκεφτεῖ κανείς, ὅτι μπορεῖ πολὺ πιὸ εὔκολα νὰ καθιερωθεῖ μιὰ γλώσσα διεθνὴς ὅταν εἶναι πιὸ εὔκολη στὴν ἐκμάθηση, ἀπὸ τὴ ἄλλη ὅμως μιὰ τέτοια γλώσσα ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο ποιοτική.

Συνέπεια τῶν παραπάνω εἶναι ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι λακωνικὴ ὅπως εἶναι ἡ Ἑλληνική, καθὼς γιὰ νὰ μὴν εἶναι διφορούμενό το νόημα τῆς ἑκάστοτε φράσης, πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἐπιπλέον λέξεις. Γιὰ παράδειγμα ἡ λέξη «drink» ὡς αὐτοτελὴς φράση δὲν ὑφίσταται στὰ Ἀγγλικά, καθὼς μπορεῖ νὰ σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιὲς» κτλ. Ἀντιθέτως στὰ Ἑλληνικὰ ἡ φράση «πιὲς» βγάζει νόημα, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ βασιστεῖς στὰ συμφραζόμενα γιὰ νὰ καταλάβεις τὸ νόημά της.

Στὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ ἐκτὸς ἀπὸ Ἑνικὸς καὶ Πληθυντικὸς ἀριθμός, ὑπῆρχε καὶ Δυϊκὸς ἀριθμός. Ὑπάρχει στὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἡ Δοτικὴ πτώση ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες 4 πτώσεις ὀνομαστική, γενική, αἰτιατικὴ καὶ κλιτική.

Ἡ Δοτικὴ χρησιμοποιεῖται συνεχῶς στὸν καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει τῶν μετρήσεων, καταλήγουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι) καὶ εἶναι πραγματικὰ ἄξιον λόγου τὸ γιατί ἐκδιώχθηκε βίαια ἀπὸ τὴν νεοελληνικὴ γλώσσα. Ἀκόμα παλαιότερα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐξορισμένη ἀλλὰ ζωντανὴ Δοτικὴ ὑπῆρχαν καὶ ἄλλες τρεῖς ἐπιπλέον πτώσεις οἱ ὁποῖες ὅμως χάθηκαν.

Τὸ ἴδιο πρόβλημα, σὲ πολὺ πιὸ ἔντονο φυσικὰ βαθμό, ἔχει καὶ ἡ Κινεζικὴ γλώσσα. Ὅπως μᾶς λέει καὶ ὁ Κρητικὸς δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης: «Ἐπειδὴ οἱ ἁπλὲς λέξεις εἶναι λίγες, ἔχουν ἀποκτήσει πάρα πολλὲς ἔννοιες, γιὰ νὰ καλύψουν τὶς ἀνάγκες τῆς ἔκφρασης, π.χ.: «σὶ» = γνωρίζω, εἶμαι, ἰσχύς, κόσμος, ὅρκος, ἀφήνω, θέτω, ἀγαπῶ, βλέπω, φροντίζω, περπατῶ, σπίτι κ.τ.λ., «πὰ» = μπαλέτο, ὀκτώ, κλέφτης, κλέβω… «πάϊ» = ἄσπρο, ἑκατό, ἑκατοστό, χάνω…»

Ἴσως νὰ ὑπάρχει ἐλαφρὰ διαφορὰ στὸν τονισμό, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ νὰ ὑπάρχει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσεις ἕνα σημαντικὸ κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;

Ἡ Κυριολεξία

Στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα οὐσιαστικὰ δὲν ὑπάρχουν συνώνυμα, καθὼς ὅλες οἱ λέξεις ἔχουν λεπτὲς ἐννοιολογικὲς διαφορὲς μεταξύ τους. Γιὰ παράδειγμα, ἡ λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιεῖται γι’ αὐτὸν ποὺ βυθίζει τὸ χέρι του στὸ ροῦχο μας καὶ μᾶς κλέβει, κρυφὰ δηλαδή, ἐνῶ ὁ «ληστὴς» εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς κλέβει φανερά, μπροστὰ στὰ μάτια μας. Ἐπίσης τὸ «ἄγειν» καὶ τὸ «φέρειν» ἔχουν τὴν ἴδια ἔννοια. Ὅμως τὸ πρῶτο χρησιμοποιεῖται γιὰ ἔμψυχα ὄντα, ἐνῶ τὸ δεύτερο γιὰ τὰ ἄψυχα.

Στὰ Ἑλληνικὰ ἔχουμε τὶς λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» καὶ «φύρω» ποὺ ὅλες ἔχουν τὸ νόημα τοῦ «ἀνακατεύω». Ὅταν ἀνακατεύουμε δύο στερεὰ ἢ δύο ὑγρὰ μεταξύ τους ἀλλὰ χωρὶς νὰ συνεπάγεται νέα ἕνωση (π.χ. λάδι μὲ νερό), τότε χρησιμοποιοῦμε τὴν λέξη «μειγνύω» ἐνῶ ὅταν ἀνακατεύουμε ὑγρὸ μὲ στερεὸ τότε λέμε «φύρω». Ἐξοῦ καὶ ἡ λέξη «αἱμόφυρτος» ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε ἀλλὰ δὲν συνειδητοποιοῦμε τί σημαίνει.

Ὅταν οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες πληγωνόντουσαν στὴν μάχη, ἔτρεχε τότε τὸ αἷμα καὶ ἀνακατευόταν μὲ τὴν σκόνη καὶ τὸ χῶμα.

Τὸ κεράννυμι σημαίνει ἀνακατεύω δύο ὑγρὰ καὶ φτιάχνω ἕνα νέο, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ οἶνος καὶ τὸ νερό. Ἐξ’ οὗ καὶ ὁ «ἄκρατος» (δηλαδὴ καθαρὸς) οἶνος ποὺ λέγαν οἱ Ἀρχαῖοι ὅταν δὲν ἦταν ἀνακατεμένος (κεκραμμένος) μὲ νερό.

Ἡ λέξη «παντρεμένος» ἔχει διαφορετικὸ νόημα ἀπὸ τὴν λέξη «νυμφευμένος», διαφορὰ ποὺ περιγράφουν οἱ ἴδιες οἱ λέξεις γιὰ ὅποιον τοὺς δώσει λίγη σημασία.
Ἡ λέξη παντρεμένος προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ὑπανδρεύομαι καὶ σημαίνει τίθεμαι ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ ἀνδρὸς ἐνῶ ὁ ἄνδρας νυμφεύεται, δηλαδὴ παίρνει νύφη.
Γνωρίζοντας τέτοιου εἴδους λεπτὲς ἐννοιολογικὲς διαφορές, εἶναι πραγματικὰ πολὺ ἀστεία μερικὰ ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ ἀκοῦμε στὴν καθημερινὴ – συχνὰ λαθεμένη – ὁμιλία (π.χ. «ὁ Χ παντρεύτηκε»).

Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει λέξεις γιὰ ἔννοιες οἱ ὁποῖες παραμένουν χωρὶς ἀπόδοση στὶς ὑπόλοιπες γλῶσσες, ὅπως ἅμιλλα, θαλπωρὴ καὶ φιλότιμο. Μόνον ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ξεχωρίζει τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν βίο, τὴν ἀγάπη ἀπὸ τὸν ἔρωτα. Μόνον αὐτὴ διαχωρίζει, διατηρώντας τὸ ἴδιο ριζικὸ θέμα, τὸ ἀτύχημα ἀπὸ τὸ δυστύχημα, τὸ συμφέρον ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον.

Γλώσσα – Διδάσκαλος

Τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα μᾶς διδάσκει συνεχῶς πὼς νὰ γράφουμε σωστά. Μέσω τῆς ἐτυμολογίας, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ποιὸς εἶναι ὁ σωστὸς τρόπος γραφῆς ἀκόμα καὶ λέξεων ποὺ ποτὲ δὲν ἔχουμε δεῖ ἢ γράψει. Ἄρα τὸ νὰ ὑπάρχουν πολλὰ γράμματα γιὰ τὸν ἴδιο ἦχο (π.χ. η, ι, υ, εἰ, οἱ κτλ) ὄχι μόνο δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς δυσκολεύει, ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ μᾶς βοηθάει στὸ νὰ γράφουμε πιὸ σωστά, ἐφόσον βέβαια ἔχουμε μιὰ βασικὴ κατανόηση τῆς γλώσσας μας.

Ἐπιπλέον ἡ ὀρθογραφία μὲ τὴν σειρὰ τῆς μᾶς βοηθάει ἀντίστροφα στὴν ἐτυμολογία ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνίχνευση τῆς ἱστορικὴ πορείας τῆς κάθε μίας λέξης. Καὶ αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε τὴν καθημερινή μας νεοελληνικὴ γλώσσα περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι ἡ γνώση τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν. Εἶναι πραγματικὰ συγκλονιστικὸ συναίσθημα νὰ μιλᾶς καὶ ταυτόχρονα νὰ συνειδητοποιεῖς τί ἀκριβῶς λές, ἐνῶ μιλᾶς καὶ ἐκστομίζεις τὴν κάθε λέξη ταυτόχρονα νὰ σκέφτεσαι τὴν σημασία της.

Ἡ Σοφία

Στὴν γλώσσα ἔχουμε τὸ σημαῖνον (τὴν λέξη) καὶ τὸ σημαινόμενο (τὴν ἔννοια). Στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα αὐτὰ τὰ δύο ἔχουν πρωτογενῆ σχέση, καθὼς ἀντίθετα μὲ τὶς ἄλλες γλῶσσες τὸ σημαῖνον δὲν εἶναι μιὰ τυχαία σειρὰ ἀπὸ γράμματα. Σὲ μιὰ συνηθισμένη γλώσσα ὅπως τὰ Ἀγγλικὰ μποροῦμε νὰ συμφωνήσουμε ὅλοι νὰ λέμε τὸ σύννεφο car καὶ τὸ αὐτοκίνητο cloud, καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ συμφωνήσουμε καὶ ἐμπρὸς νὰ εἶναι ἔτσι. Στὰ Ἑλληνικὰ κάτι τέτοιο εἶναι ἀδύνατον. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο πολλοὶ διαχωρίζουν τὰ Ἑλληνικὰ σὰν «ἐννοιολογικὴ» γλώσσα ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες «σημειολογικὲς» γλῶσσες.

Μάλιστα ὁ μεγάλος φιλόσοφος καὶ μαθηματικὸς Βένερ Χάιζενμπεργκ (Werner Heisenberg) εἶχε παρατηρήσει αὐτὴ τὴν σημαντικὴ ἰδιότητα γιὰ τὴν ὁποία εἶχε πεῖ «Ἡ θητεία μου στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλώσσα ὑπῆρξε ἡ σπουδαιότερη πνευματική μου ἄσκηση. Στὴν γλώσσα αὐτὴ ὑπάρχει ἡ πληρέστερη ἀντιστοιχία ἀνάμεσα στὴν λέξη καὶ στὸ ἐννοιολογικό της περιεχόμενο».

Ὅπως μᾶς ἔλεγε καὶ ὁ Ἀντισθένης, «Ἀρχὴ σοφίας, ἥ των ὀνομάτων ἐπίσκεψις». Γιὰ παράδειγμα ὁ «ἄρχων» εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει δική του γῆ (ἄρα=γῆ +ἔχων). Ὁ «βοηθὸς» σημαίνει αὐτὸς ποὺ στὸ κάλεσμα τρέχει. Βοὴ=φωνὴ + θέω=τρέχω. Ὁ Ἀστὴρ εἶναι τὸ ἀστέρι, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ λέξη μᾶς λέει ὅτι κινεῖται, δὲν μένει ἀκίνητο στὸν οὐρανὸ (ἃ + στὴρ ἀπὸ τὸ ἴστημι ποὺ σημαίνει στέκομαι).

Αὐτὸ ποὺ εἶναι πραγματικὰ ἐνδιαφέρον, εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς ἡ λέξη περιγράφει ἰδιότητες τῆς ἔννοιας τὴν ὁποίαν ἐκφράζει, ἀλλὰ μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ ἐντυπωσιάζει καὶ δίνει τροφὴ γιὰ τὴν σκέψη. Γιὰ παράδειγμα ὁ «φθόνος» ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ ρῆμα «φθίνω» ποὺ σημαίνει μειώνομαι. Καὶ πραγματικὰ ὁ φθόνος σὰν συναίσθημα, σιγὰ-σιγὰ μᾶς φθίνει καὶ μᾶς καταστρέφει. Μᾶς «φθίνει» – ἐλαττώνει σὰν ἀνθρώπους – καὶ μᾶς φθίνει μέχρι καὶ τὴ ὑγεία μας. Καὶ φυσικὰ ὅταν θέλουμε κάτι ποῦ εἶναι τόσο πολὺ ὥστε νὰ μὴν τελειώνει πῶς τὸ λέμε; Μὰ φυσικὰ «ἄφθονο».

Ἔχουμε τὴν λέξη «ὡραῖος» ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν «ὥρα». Διότι γιὰ νὰ εἶναι κάτι ὡραῖο, πρέπει νὰ ἔρθει καὶ στὴν ὥρα του.

Ἀκόμα ἔχουμε τὴν λέξη «ἐλευθερία» γιὰ τὴν ὁποία τὸ «Μέγα Ἐτυμολογικὸν» διατείνεται «παρὰ τὸ ἐλεύθειν ὅπου ἐρά» = το νὰ πηγαίνει κανεὶς ὅπου ἀγαπᾶ. Ἄρα βάσει τῆς ἴδιας της λέξης, ἐλεύθερος εἶσαι ὅταν ἔχεις τὴν δυνατότητα νὰ πᾶς ὅπου ἀγαπᾶς.

Τὸ ἄγαλμα ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ ἀγάλλομαι (εὐχαριστιέμαι) ἐπειδὴ ὅταν βλέπουμε ἕνα ὄμορφο ἀρχαιοελληνικὸ ἄγαλμα ἡ ψυχὴ μᾶς ἀγάλλεται. Καὶ ἀπὸ τὸ θέαμα αὐτὸ ἐπέρχεται ἡ ἀγαλλίαση. Ἂν κάνουμε ὅμως τὴν ἀνάλυση τῆς λέξης αὐτῆς θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι σύνθετη ἀπὸ ἀγάλλομαι + ἴαση(=γιατρειά). Ἄρα γιὰ νὰ συνοψίσουμε, ὅταν βλέπουμε ἕνα ὄμορφο ἄγαλμα (ἢ ὁτιδήποτε ὄμορφο), ἡ ψυχὴ μᾶς ἀγάλλεται καὶ γιατρευόμαστε.

Οἱ Λατίνοι ὀνόμασαν τὸ ἄγαλμα, statua ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ «ἴστημι» ποὺ ἤδη ἀναφέραμε σὰν λέξη, καὶ τὸ ὀνόμασαν ἔτσι ἐπειδὴ στέκει ἀκίνητο.

Προσέξτε τὴν τεράστια διαφορὰ σὲ φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσῶν, αὐτὸ ποὺ σημαίνει στὰ Ἑλληνικὰ κάτι τόσο βαθὺ ἐννοιολογικά, γιὰ τοὺς Λατίνους εἶναι ἁπλὰ ἕνα ἀκίνητο πράγμα.

Εἶναι προφανὴς ἡ σχέση ποὺ ἔχει ἡ γλώσσα μὲ τὴν σκέψη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως λέει καὶ ὁ George Orwell στὸ ἀθάνατο ἔργο τοῦ «1984», ἁπλὴ γλώσσα σημαίνει καὶ ἁπλὴ σκέψη. Ἐκεῖ το καθεστὼς προσπαθοῦσε νὰ περιορίσει τὴν γλώσσα γιὰ νὰ περιορίσει τὴν σκέψη τῶν ἀνθρώπων, καταργώντας συνεχῶς λέξεις.

«Ἡ γλώσσα καὶ οἱ κανόνες αὐτῆς ἀναπτύσσουν τὴν κρίση», ἔγραφε ὁ Μιχάι Ἐμινέσκου (Mihai Eminesku), ἐθνικὸς ποιητὴς τῶν Ρουμάνων.

Μιὰ πολύπλοκη γλώσσα ἀποτελεῖ μαρτυρία ἑνὸς προηγμένου πνευματικὰ πολιτισμοῦ. Τὸ νὰ μιλᾶς σωστὰ σημαίνει νὰ σκέφτεσαι σωστά, νὰ γεννᾶς διαρκῶς λόγο καὶ ὄχι νὰ παπαγαλίζεις λέξεις καὶ φράσεις.

Ἡ Μουσικότητα

Ἡ Ἑλληνικὴ φωνὴ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὀνομαζόταν «αὐδή». Ἡ λέξη αὐτὴ δὲν εἶναι τυχαία, προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ἄδω» ποὺ σημαίνει τραγουδῶ.
Ὅπως γράφει καὶ ὁ μεγάλος ποιητὴς καὶ ἀκαδημαϊκὸς Νικηφόρος Βρεττάκος:

«Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω, ὅπως ἕνα ποταμάκι ποὺ μουρμουρίζει. Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα στοὺς γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς μιλήσω Ἑλληνικά, ἐπειδὴ δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε Μεταξύ τους μὲ μουσική».

Ὁ γνωστὸς Γάλλος συγγραφεὺς Ζὰκ Λακαρριὲρ (Jacques Lacarriere) ἐπίσης μᾶς περιγράφει τὴν κάτωθι ἐμπειρία ἀπὸ τὸ ταξίδι του στὴν Ἑλλάδα: «Ἄκουγα αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ συζητοῦν σὲ μιὰ γλώσσα ποὺ ἦταν γιὰ μένα ἁρμονικὴ ἀλλὰ καὶ ἀκατάληπτα μουσική. Αὐτὸ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν πατρίδα – μητέρα τῶν ἐννοιῶν μάς – μου ἀπεκάλυπτε ἕναν ἄγνωστο πρόγονο, ποὺ μιλοῦσε μιὰ γλώσσα τόσο μακρινὴ στὸ παρελθόν, μὰ οἰκεία καὶ μόνο ἀπὸ τοὺς ἤχους της. Αἰσθάνθηκα νὰ τὰ ἔχω χαμένα, ὅπως ἄν μου εἶχαν πεῖ ἕνα βράδυ ὅτι ὁ ἀληθινός μου πατέρας ἢ ἡ ἀληθινή μου μάνα δὲν ἤσαν αὐτοὶ ποὺ μὲ εἶχαν ἀναστήσει».

Ὁ διάσημος Ἕλληνας καὶ διεθνοῦς φήμης μουσικὸς Ἰάνης Ξενάκης, εἶχε πολλὲς φορὲς τονίσει ὅτι ἡ μουσικότητα τῆς Ἑλληνικῆς εἶναι ἐφάμιλλή της συμπαντικῆς.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Γίββων μίλησε γιὰ μουσικότατη καὶ γονιμότατη γλώσσα, ποὺ δίνει κορμὶ στὶς φιλοσοφικὲς ἀφαιρέσεις καὶ ψυχὴ στὰ ἀντικείμενα τῶν αἰσθήσεων. Ἃς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν χρησιμοποιοῦσαν ξεχωριστὰ σύμβολα γιὰ νότες, χρησιμοποιοῦσαν τὰ ἴδια τὰ γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου.

«Οἱ τόνοι τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι μουσικὰ σημεῖα ποὺ μαζὶ μὲ τοὺς κανόνες προφυλάττουν ἀπὸ τὴν παραφωνία μιὰ γλώσσα κατ’ ἐξοχὴν μουσική, ὅπως κάνει ἡ ἀντίστιξη ποὺ διδάσκεται στὰ ὠδεῖα, ἢ οἱ διέσεις καὶ ὑφέσεις ποὺ διορθώνουν τὶς κακόηχες συγχορδίες», ὅπως σημειώνει ἡ φιλόλογος καὶ συγγραφεὺς Α. Τζιροπούλου-Εὐσταθίου.

Εἶναι γνωστὸ ἐξάλλου πὼς ὅταν οἱ Ρωμαῖοι πολίτες πρωτάκουσαν στὴν Ρώμη Ἕλληνες ρήτορες, συνέρρεαν νὰ ἀποθαυμάσουν, ἀκόμη καὶ ὅσοι δὲν γνώριζαν Ἑλληνικά, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ «ἐλάλουν ὡς ἀηδόνες». Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ἐπεβλήθη ἀβίαστα (στοὺς Λατίνους) καὶ χάρη στὴν μουσικότητά της.

Ὅπως γράφει καὶ ὁ Ρωμαῖος Ὀράτιος (Quintus Horatius Flaccus), «Ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ γεννήθηκε εὐνοημένη μὲ μία γλώσσα εὔηχη, γεμάτη μουσικότητα».

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ : agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com