Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Ἀνθρωπισμός μὲ Θεό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καὶ Οἰνουσσῶν κ. Μάρκου
Τὴν σημερινή Κυριακή ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ Θεολογία. Ἡ ἀναστήλωσις τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἡ Προσκύνησις τῆς Ἀχράντου Εἰκόνος τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ σημαίνει τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας.

Δημιουργώντας ὁ Θεός τὸν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα Του διέχυσε στὸν ἄνθρωπο τὸν πόθο τῆς θείας ἀπεραντοσύνης τῆς γνώσεως, τῆς θείας ἀπεραντοσύνης τῆς τελειότητος. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τὸν λόγο, ὁ ἀμέτρητος πόθος καὶ ἡ δίψα τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ὁλοκληρωτικῶς μὲ τίποτα, παρά μόνο μὲ τὸν Θεόν. Διακηρύττοντας τὴν θεία τελειότητα ὡς κύριο σκοπό τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὸν κόσμο «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστιν» (Ματθ. ε΄, μη΄) - ὁ Σωτήρας Χριστός ἔδωσε τὴν ἀπάντηση στὴν βασική ἀπαίτηση καὶ ἀνάγκη τῆς θεοειδοῦς καὶ θεονοσταλγικῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως.

Ὁ ἄνθρωπος ὀντολογικά εἶναι θεοειδής· σ’ αὐτό συνίσταται ἡ οὐσία του ὡς κάτι τὸ δεδομένο (κατ’ εἰκόνα). Τελεολογικά σκοπός τῆς ζωῆς του ἔχει ὁρισθεῖ ὁ Θεός μὲ ὅλες τὶς θεῖες ἰδιότητές του (καθ’ ὁμοίωσιν). Ἄρα ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος ὡς δυνάμει θεανθρώπινον ὄν, στὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό καὶ ζεῖ μέσα στὶς θεῖες καὶ ἄπειρες τελειότητές του.

Ἀλλ’ ὅμως ἀντί νὰ διαποτίσει μὲ τὸ θεοειδές τῆς ψυχῆς του ὅλη τὴν ἐμπειρική ζωή του ὁ ἄνθρωπος ἀπεχώρισε τὸ πνεῦμα του ἀπό κάθε τι θεϊκόν, τὸ ὁποῖο εὑρίσκεται ἐντός του καὶ προχώρησε ἄνευ Θεοῦ στὰ μυστήρια τοῦ κόσμου τούτου, δηλαδή προχώρησε ἄνευ τοῦ φυσικοῦ ὁδηγοῦ του. Γι’ αὐτό συνάντησε στὸν κόσμο ἀγεφύρωτες ἀβύσους καὶ φοβερά χάσματα καὶ ρήγματα.

Στὴν οὐσία της ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου συνίστατο στὴν ἐπανάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἐναντίον τῆς θεοειδοῦς ὀργανώσεως τῆς ὑπάρξεώς του, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τὸν Θεόν καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ περιώρισε τὸν ἑαυτό του σὲ καθαρή ὕλη, σὲ γυμνό, «ψιλό», ἄνθρωπο. Ἔτσι ἐξεδίωξε ἐν μέρει τὸν Θεό ἀπό τὸν ἑαυτό, τὴν συνείδηση καὶ τὴν θέλησή του καὶ παρέμεινε στὴν καθαρῶς ἀνθρώπινη φύση, σ’ ἕνα καθαρό οὑμανισμό, ἀνθρωπισμό, ποὺ εἶναι ἀκριβῶς τὸ βασικό κακό, τὸ πρωταρχικό κακό τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν ὀνόματι τοῦ αὐτόνομου οὑμανισμοῦ ὁ ἄνθρωπος ἐξεδίωξε τὸν Θεό σὲ μιὰ ὑπερανθρώπινη ὑπερβατικότητα καὶ παρέμεινε «ὅλος εἰς ἑαυτόν μόνος καὶ ἐν ἑαυτῷ μόνον». Παρά ταῦτα δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποβάλει ἐντελῶς ἀπό τὸν ἑαυτό του τοὺς θεοειδεῖς χαρακτῆρες (ἰδιώματα) τοῦ πνεύματός του, ποὺ παρέμειναν γιὰ νὰ ἐμφανίζονται καὶ στὸν οὑμανισμό του ὑπό μορφή νοσταλγίας γιὰ τὴν ἄπειρη πρόοδο, τὴν ἄπειρη γνώση, τὴν ἄπειρη τελειοποίηση, τὴν ἄπειρη ὕπαρξη. Ἐνσυνείδητα ἤ ἀσυνείδητα, σ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγει στὸν οὑμανισμό του ὁ ἄνθρωπος, τείνει νὰ ἐπαναφέρει στὸν ἑαυτό του τὸ ἀπολεσθέν θεοειδές. Ὁ ἄνθρωπος μὲ ὅλες τὶς οὑμανιστικές νοσταλγίες του οὐσιαστικά κραυγάζει γιὰ τὸν Θεάνθρωπο.

Οἱ οὐσιαστικότερες ὀντολογικές ἀπαιτήσεις καὶ ἀνάγκες τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι ἔχουν ἱκανοποιηθεῖ ἅπαξ διὰ παντός στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.

Τὸ Πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ εἶναι ἡ ζωή, ἡ γνήσια, ἡ ἀληθινή ζωή, τὸ μέτρον τῆς ζωῆς· τὸ Πρὸσωπο καὶ ὄχι ἡ διδασκαλία Του, χωρισμένη ἀπό τὸ θαυματουργό καὶ ζωοποιοῦν Πρόσωπό του. Κανένας ἄνθρωπος δὲν τόλμησε νὰ πεῖ «ἐγώ εἶμαι ἡ ζωή», διότι ὅλοι εἴμεθα θνητοί. Ὁ Θεάνθρωπος εἶπε «Ἐγώ εἰμι ἡ Ζωή» (Ἰωάνν. ιδ΄,στ΄). Ἡ ἀποστασία ἀπό Αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ζωή, τελειώνει πάντοτε στὴν θνητότητα καὶ τὸν θάνατο. 

Τὸ Πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὄχι ὡς λέξη, οὔτε ὡς διδασκαλία, οὔτε ὡς συγκεκριμένη ἐνέργεια, ἀλλ’ ὡς ὑπερτέλεια καὶ αἰωνίως ζῶσα Θεανθρώπινη Ὑπόστασις. Ὁ Θεάνθρωπος εἶπε «Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια». Ἐκτός τῆς Θεανθρώπινης Προσωπικότητός Του ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀνύπαρκτη ὀντολογικῶς.

Ὅλην τὴν διδασκαλία καὶ τὸ ἔργο Του ὁ Χριστός συγκεφαλαιώνει στὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπό Του καὶ τὰ ἑρμηνεύει δι’ Αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὸ ἅπαν τοῦ Χριστιανισμοῦ τὸ συγκεφαλαιώνει στὸ ζωοποιοῦν Πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.

Ὁ Θεάνθρωπος εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μόνη κεφαλή. Εἶναι ὁ σωτήρ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ μόνος σωτήρ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μόνου, μοναδικοῦ καὶ ἀδιαιρέτου Θεανθρώπου, ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντοτε μία, μοναδική καὶ ἀδιαίρετος.

Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας: Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Ὅλο τὸ ὀρθόδοξον ἔχει θεανθρώπινο χαρακτῆρα. Ὁ Θεός ὁδηγεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται. Ὁ Θεός ἐνεργεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος συνεργεῖ. 

Πῶς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία φυλάττει τὸν μέγιστον θησαυρόν της, τὸ πανάγιον Πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ; Τὸν διαφυλάττει διὰ τῆς μιᾶς καὶ μοναδικῆς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς πίστεώς της. Διὰ τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διαφυλάττει διὰ μέσου τῶν αἰώνων τὴν ἑνότητα καὶ μοναδικότητα τῆς θεανθρώπινης ζωῆς καὶ ἀληθείας. Διὰ τῆς ἁγιότητος διαφυλάττει τὴν μοναδική ἁγιότητα τῆς ζωῆς καὶ ἀληθείας στὸ θεανθρώπινο σῶμα της. Διὰ τῆς καθολικότητος τὴν καθολικότητα καὶ ἀκεραιότητα τῆς θεανθρώπινης ζωῆς καὶ ἀληθείας. Διὰ τῆς ἀποστολικότητος τὸ ἀπαράλλακτον καὶ τὸ συνεχές τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος καὶ ζωῆς τοῦ θεανθρωπίνου σώματος καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ.

Στὴν Ἐκκλησία τὸ παρελθόν εἶναι πάντοτε σύγχρονον· τὸ παρόν στὴν Ἐκκλησία εἶναι παρόν διὰ τοῦ ζῶντος παρελθόντος, διότι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ὁ ὁποῖος εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄, η), ζεῖ διαρκῶς στὸ θεανθρώπινο σῶμα Του διὰ τῆς αὐτῆς ἀληθείας, τῆς αὐτῆς ἁγιότητος, τῆς αὐτῆς ἀγαθότητος, τῆς αὐτῆς ζωῆς καὶ καθιστᾶ ὅλο τὸ παρελθόν παρόν. Γι’ αὐτό γιὰ τὴν ζωντανή ὀρθόδοξη αἴσθηση καὶ συνείδηση ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι τοὺς χθὲς κοιμηθέντες, εἶναι σύγχρονα, γιατί πάντοτε ζοῦν ἐν Χριστῷ. Καὶ σὲ κάθε ἀληθινό ὀρθόδοξο ἄνθρωπο καὶ σήμερα εἶναι σύγχρονοι ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ Μάρτυρες καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες. Αὐτοί δὲ εἶναι περισσότερο πραγματικοί (ζωντανοί) γιὰ τὸν ἀληθινό ὀρθόδοξο ἀπό πολλούς κατά σάρκα συγχρόνους τους. Αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς ὅλης ἑνότητος τῆς πίστεως, τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐπιγνώσεως ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικότητος.

Στὸν ὀρθόδοξο χριστιανό τίποτα δὲν γίνεται κατὰ ἄνθρωπο, ἀλλά τὰ πάντα γίνονται κατά Θεάνθρωπο.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατέχει τὴν ἀκεραία διδασκαλία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, διότι στέκεται ἄνευ ὑποχωρήσεων στὴν θεανθρώπινη μεθοδολογία τῶν ἁγ. Ἀποστόλων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Στὴν Εὐρωπαϊκή Δύση ὁ Χριστιανισμός μετεβάλλετο βαθμιαία σὲ οὑμανισμό. Ἐπί πολύ καιρό καὶ ἐπίμονα ἐστένευε τὸν Θεάνθρωπο καὶ στὸ τέλος ἐσμίκρυνε Αὐτόν σὲ ἄνθρωπο: στὸν ἀλάθητο ἄνθρωπο τῆς Ρώμης καὶ στὸν ὄχι λιγώτερο ἀλάθητο ἄνθρωπο τοῦ Βερολίνου. Ἔτσι ἐνεφανίσθη ἀφ’ ἑνός ὁ δυτικός χριστιανικο-οὑμανιστικός μαξιμαλισμός (ὁ παπισμός), ὁ ὁποῖος ἀπό τὸν Χριστό ἀφαιρεῖ τὰ πάντα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ δυτικός χριστιανικο-οὑμανιστικός μινιμαλισμός (ὁ προτεσταντισμός), ὁ ὁποῖος ἀπό τὸν Χριστό ζητεῖ τὸ ἐλάχιστο, συχνά δὲ καὶ τίποτα. Καὶ στοὺς δύο ὡς ὑψίστη ἀξία καὶ ὡς ἔσχατο κριτήριο τίθεται ὁ ἄνθρωπος στὴν θέση τοῦ Θεανθρώπου. Ἔτσι ἐπιτελέσθηκε ἡ θλιβερή διόρθωση τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ ἔργου καὶ τῆς διδασκαλίας Του!!!

Μὲ τὸ νὰ περιορισθεῖ στὴ Δύση ὁ Χριστιανισμός, μὲ ὅλες του τὶς ἄπειρες θεανθρώπινες ἀλήθειες στὸν ἄνθρωπο, μετεβλήθη σὲ οὑμανισμό-ἀνθρωπισμό, ἀνεκήρυξε τὸν ἄνθρωπο ἀλάθητο, ὁ Θεάνθρωπος ἀπωθήθηκε στὸν οὐρανό καὶ στὴ θέση του τοποθετήθηκε ὁ ἀναπληρωτής: vicarius Christi. Πόσο τραγικός παραλογισμός: νὰ ὁρίζεται ἀντικαταστάτης καὶ ἀναπληρωτής γιὰ τὸν πανταχοῦ παρόντα Κύριο καὶ Θεό!!!

Ἔτσι ἐπιτελέστηκε ἡ κατά κάποιον τρόπο ἐκ-σάρκωσις τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ, ἡ ἀποθεανθρώπησις τοῦ Θεανθρώπου. 

Ὁ οὑμανιστικός Χριστιανισμός ἀποτελεῖ τὴν πλέον ἀποφασιστική διαμαρτυρία ἐναντίον τοῦ Θεανθρώπου τῆς ἀξιολογίας καὶ τῆς κριτηριολογίας Του. Μὲ τὴν πράξη αὐτή τῆς σμικρύνσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ σὲ οὑμανισμό ἔχει ἁπλοποιηθεῖ ὁ Χριστιανισμός καὶ ταυτόχρονα ἔχει καταστραφεῖ. Μέσα στὴν ἀσέληνη νύκτα του ὁ οὑμανιστικός Χριστιανισμός ἐγκατέλειψε τὶς θεανθρώπινες ἀξίες καὶ τὰ θεανθρώπινα μέτρα καὶ πνίγεται μέσα στὴν ἀπόγνωση καὶ τὸ ἀδιέξοδο, ἐνῶ ἀπό τὰ βάθη τῶν αἰώνων ἠχοῦν τὰ λόγια τοῦ θλιμμένου προφήτου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἱερεμίου «Ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὅς τὴν ἐλπίδα ἔχει ἐπ’ ἄνθρωπον» (Ἱερ. ιζ΄,ε). 

Ὅμως ὁ Χριστιανισμός εἶναι Χριστιανισμός διὰ τοῦ Θεανθρώπου. Αὐτή εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀλήθεια σὲ βάρος τῆς ὁποίας δὲν μπορεῖ νὰ γίνει συμβιβασμός. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ὑψίστη ἀξία καὶ τὸ ἀλάθητον μέτρον ὡς Θεάνθρωπος. Ἡ σώζουσα καὶ ζωοποιοῦσα δύναμις τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται στὴν αἰωνίως ζῶσα καὶ πανταχοῦ παροῦσα Ὑπόσταση τοῦ Θεανθρώπου. Κάθε ἀντικατάσταση τοῦ Θεανθρώπου μὲ ὁποιοδήποτε ἄνθρωπο καὶ κάθε ἐπιλογή ἀπό τὸν Χριστιανισμό ἐκείνων μόνο τῶν στοιχείων ποὺ ἱκανοποιοῦν «τὸ ἀτομικό γοῦστο» καὶ τὴν νόηση τοῦ ἀνθρώπου μεταβάλλουν τὸν Χριστιανισμό σὲ ἐπιπόλαιο καὶ ἀδύνατο οὑμανισμό. Τὸ Πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου εἶναι «τὸ μόνον καινόν ὑπό τὸν ἥλιον», τὸ αἰωνίως καινόν, γι’ αὐτό δὲν ἀνταλάσσεται, οὔτε ἀντικαθίσταται.

Γι’ αὐτό τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι πάντοτε καὶ παντοῦ τὸ ἴδιο, καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους στὴ γῆ καὶ γιὰ τοὺς ἀγγέλους στὸν οὐρανό.

Ἐμεῖς ὁμολογοῦντες τὸν Θεάνθρωπο, ὁμολογοῦμεν καὶ τὸν χριστοειδῆ ἄνθρωπο, τὴν θεία καταγωγή του, τὸ θεῖο μεγαλεῖο του καὶ συγχρόνως τὴν θεία ἀξία καὶ ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Στὴν οὐσία ὁ ἀγώνας γιὰ τὸν Θεάνθρωπο εἶναι ἀγώνας γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὄχι οἱ ἀνθρωπιστές, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι τῆς θεανθρώπινης πίστεως καὶ ζωῆς ἀγωνίζονται γιὰ τὸν ἀληθινό ἄνθρωπο, ἄνθρωπο θεοειδῆ καὶ χριστοειδῆ.

Ἡ ἐξαιρετική γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος σπουδαιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔγκειται στὴν ζωοποιοῦσα καὶ ἀναλλοίωτη Θεανδρικότητα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία δίδει νόημα σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινον, ἐξάγοντάς το ἀπό τὴν μηδαμινότητα τοῦ μὴ εἶναι εἰς τὸ φῶς τοῦ Πανεῖναι. Μόνο μὲ τὴν θεανθρώπινή του δύναμη ὁ Χριστιανισμός εἶναι τὸ ἅλας τῆς γῆς, ἅλας τὸ ὁποῖο διαφυλάττει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν διαφθαρεῖ στὴν ἁμαρτία καὶ στὸ κακό. Ἄν ὅμως ὁ Χριστιανισμός διαχυθεῖ σὲ διαφόρους ἀνθρωπισμούς, τότε μωραίνεται, γίνεται «ἄναλον» ἅλας, τὸ ὁποῖο, κατά τὸν παναληθῆ λόγο τοῦ Σωτῆρος «εἰς οὐδέν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπό τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. ε΄, ιγ΄). Κάθε προσπάθεια καὶ ἀπόπειρα νὰ ἐξισωθεῖ ὁ Χριστιανισμός μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος τούτου, μὲ τὶς φευγαλέες κινήσεις κάποιων ἱστορικῶν ἐποχῶν καὶ ἐπί πλέον μὲ τὰ πολιτικά κόμματα ἤ τὰ καθεστῶτα, ἀφαιρεῖ ἀπό τὸν Χριστιανισμό ἐκείνη τὴν εἰδοποιό ἀξία, ἡ ὁποία τὸν καθιστᾶ μοναδική θεανθρώπινη θρησκεία στὸν κόσμο.

Ὄχι, λοιπόν, συμμόρφωση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἀλλά συμμόρφωση καὶ προσαρμογή τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς αἰωνιότητος τοῦ Χριστοῦ· αὐτό εἶναι ἡ μοναδική ἀληθινή ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, Ἐκκλησίας Ἀποστολικῆς καὶ Ὀρθοδόξου. Μόνον ἔτσι ἡ Ἐκκλησία θὰ μπορέσει νὰ διαφυλάξει τὴν ζωοποιοῦσαν καὶ ἀναντικατάστατη Προσωπικότητα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, αὐτή δηλαδή τὴν μεγίστη ἀξία σ’ ὅλους τοὺς κόσμους, τοὺς ὁρατούς καὶ τοὺς ἀοράτους καὶ τοὺς μέλλοντας. Διότι Αὐτός εἶναι ἡ ὑπέρτατη ἀξία καὶ τὸ ἀλάθητον μέτρον τῶν πάντων.
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Λόγος εις την Α' Κυριακή των Νηστειών

Άγιος Λουκάς, Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας

Την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Αγία μας Εκκλησία πανηγυρίζει το θρίαμβο της Ορθοδοξίας, της ορθής πίστεως, η οποία καταπάτησε όλες της αιρέσεις και στερεώθηκε για πάντα. Γι' αυτό η Κυριακή αυτή καλείται Κυριακή της Ορθοδοξίας. Οι αιρέσεις φάνηκαν ήδη απαρχής του χριστιανισμού. Οι ίδιοι οι Απόστολοι του Χριστού προειδοποιούσαν τους συγχρόνους τους, και μαζί τους και εμάς, για τον κίνδυνο από τους ψευδοδιδασκάλους.

Ο  Άγιος Απόστολος Πέτρος στη Β' Καθολική επιστολή γράφει το εξής: «Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται  ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας, και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι, επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν, και πολλοί εξακολουθήσουσιν αυτών ταις ασελγείαις, δι' ους η οδός της αληθείας βλασφημηθήσεται» (Β' Πετ. 2, 1-2).

Ο Άγιος Παύλος, επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη από την Ελλάδα, έκανε στάση στην Έφεσο. Εκεί στους χριστιανούς κατοίκους της πόλεως έλεγε: «Εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαροίς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου, και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πραξ. 20, 29-30).

Πολλοί τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι και σχισματικοί υπήρχαν στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Μερικές αιρέσεις τάραζαν την Εκκλησία ολόκληρους αιώνες, όπως για παράδειγμα οι αιρέσεις του Αρείου, του Μακεδονίου, του Ευτηχούς, του Διοσκόρου, του Νεστορίου και επίσης η αίρεση της εικονομαχίας. Οι αιρέσεις αυτές προκάλεσαν πολλές διαταραχές στην Εκκλησία και την βασάνισαν πολύ. Υπήρχαν πολλοί ομολογητές και μάρτυρες που έχυσαν το αίμα τους υπερασπιζόμενοι την αληθινή πίστη στον αγώνα κατά των ψευδοδιδασκάλων και των αιρετικών.

Υπήρχαν επίσης και πολλοί και μεγάλοι ιεράρχες οι οποίοι και αυτοί υπέφεραν πολλούς διωγμούς και πολλές φορές εξορίστηκαν. Ο Άγιος Φλαβιανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, σε μία σύνοδο υπό την προεδρία του Διοσκόρου, η οποία καλείται «λειστρική», χτυπήθηκε τόσο άγρια που μετά από τρεις ημέρες πέθανε.

Η τελευταία στη σειρά των αιρέσεων, η αίρεση της εικονομαχίας, ήταν αυτή που επέφερε τα περισσότερα βάσανα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Η αίρεση αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Ισαύρου, ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο το 717. Ανέβηκε στο θρόνο με τη βοήθεια του στρατού όπου υπήρχαν πολλοί αντίπαλοι της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων. Επειδή ήθελε να ευαρεστήσει το στρατό άρχισε σκληρό διωγμό κατά των εικονοφίλων.

Ο διωγμός αυτός συνεχίστηκε και στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, ο οποίος διαδέχτηκε στο θρόνο τον Λέοντα. Η κόπρος σημαίνει τα κόπρανα. Ονομάστηκε Κοπρώνυμος διότι κατά την βάπτισή του μόλυνε την κολυμβήθρα. Οι δύο αυτοί αυτοκράτορες για πολλά χρόνια είχαν την εξουσία στα χέρια τους και προκάλεσαν πολλά δεινά στην Εκκλησία. Μετά από αυτούς υπήρχαν και άλλοι αυτοκράτορες εικονομάχοι, οι οποίοι συνέχισαν το έργο των προκατόχων τους και βασάνισαν την Εκκλησία επί ολόκληρα χρόνια.

Δεν μπορούμε να περιγράψουμε τα βάσανα που υπέφερε η Εκκλησία στα χρόνια της εικονομαχίας και ιδιαίτερα οι μοναχοί οι οποίοι βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα των ιερών εικόνων. Οι αυτοκράτορες εικονομάχοι έκλεισαν πολλά μοναστήρια, πολλές εκκλησίες όπου υπήρχαν εικόνες τις έκαναν αποθήκες. Τους μοναχούς τους βασάνιζαν άγρια: τους έβγαζαν μάτια, τους έκοβαν μύτες, έσπαζαν εικόνες πάνω στο κεφάλι τους. Τους αγιογράφους με τα πυρακτωμένα σίδερα τους έκαιγαν τα δάκτυλα.

Μόνο, τότε, όταν στο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε η αυτοκράτειρα Ειρήνη, σταμάτησε ο διωγμός αλλά όχι οριστικά. Το 787 η Ειρήνη συγκάλεσε την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία διατύπωσε την ορθόδοξη διδασκαλία περί της τιμητικής προσκύνησης των ιερών εικόνων. Αλλά και μετά τη σύνοδο υπήρχαν αυτοκράτορες εικονομάχοι, όπως, για παράδειγμα, ο Μιχαήλ και άλλοι. Η αίρεση αυτή συντρίφτηκε οριστικά μόνο επί της θεοσεβέστατης Αυγούστας Θεοδώρας, όταν το 842 συγκλήθηκε η τοπική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη η οποία επικύρωσε την ορθόδοξη διδασκαλία. Η σύνοδος αυτή αναθεμάτισε όλους αυτούς που τολμούν να λένε ότι η προσκύνηση των ιερών εικόνων είναι ειδωλολατρία και οι ορθόδοξοι χριστιανοί είναι ειδωλολάτρες.

Και εδώ οι αιρετικοί μας λένε ακριβώς αυτό το πράγμα. Τολμούν να αποκαλούν τις εικόνες μας είδωλα και εμάς ειδωλολάτρες. Και μέχρι που φτάνει το θράσος τους; Θα σας πω ένα περιστατικό που έγινε πρόσφατα σε μία πόλη της Σιβηρίας. Την ώρα  της λειτουργίας δύο βαπτιστές μπήκαν μέσα στην εκκλησία και άρχισαν εκεί να φωνάζουν ότι οι ορθόδοξοι είναι ειδωλολάτρες και οι εικόνες τους είδωλα. Τι ανοησία!

Πως τολμούν αυτοί να ανοίγουν το ακάθαρτο στόμα τους και να λένε αυτά τα λόγια που στάζουν δηλητήριο, αποκαλώντας μας ειδωλολάτρες και τις εικόνες μας είδωλα; Αυτό δείχνει πως δεν έχουν κατανοήσει σωστά την δεύτερη εντολή του Μωσαϊκού νόμου: «ου ποιήσεις σ' εαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γή κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γής. Ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς» (Εξ. 20,4).

Τι σημαίνει αυτή η εντολή; Νομίζω ότι το νόημά της είναι ξεκάθαρο. Η εντολή αυτή απαγορεύει αντί να προσκυνάμε τον Ένα, Μοναδικό και Αληθινό Θεό να κατασκευάζουμε είδωλα και να τα προσκυνάμε. Όπως το έκαναν οι αρχαίοι λαοί: οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Αιγύπτιοι, οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και άλλοι...

Αυτή είναι η ειδωλολατρία. Η δική μας όμως η προσκύνηση των ιερών εικόνων μοιάζει σε τίποτα  με την ειδωλολατρία; Ασφαλώς όχι. Τα είδωλα απεικόνιζαν κάτι που  δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, που είναι καρπός φαντασίας. Οι δικές μας εικόνες εικονίζουν την πραγματικότητα. Πραγματικά, δεν ζούσε μεταξύ μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τον Οποίον δοξάζουμε και τις εικόνες του Οποίου προσκυνάμε; Δεν ζούσε μεταξύ μας η Παναγία, την οποία ζωγράφισε ο Άγιος απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς; Την εικόνα του αυτή την ευλόγισε η ίδια η Θεοτόκος, λέγοντας ότι η χάρη της θα είναι πάντα μ' αυτή την εικόνα. Ξέρετε πόσα θαύματα γίνονται από τις εικόνες της Παναγίας.

Και οι άλλες εικόνες, δεν εικονίζονται σ' αυτές  πραγματικά πρόσωπα των αγίων του Θεού που ζούσαν εδώ πάνω στη γή; Οι εικόνες τους αυτές είναι τα πορτραίτα τους και με κανένα τρόπο δεν είναι είδωλα. Μόνο ασεβές και ακάθαρτο στόμα τολμά να λέει ότι οι εικόνες μας είναι είδωλα και εμείς είμαστε ειδωλολάτρες. Να σιωπήσουν οι ασεβείς διότι η Οικουμενική Σύνοδος απήγγειλε το ανάθεμα εναντίον τους.

Να το ξέρετε, να το θυμάστε και να μην συναναστρέφεστε με τους αιρετικούς. Να μην απομακρύνεστε από την Εκκλησία, μη σχίζετε το χιτώνα του Χριστού. Να θυμάστε ότι ο Χριστός στην αρχιερατική του προσευχή παρακαλούσε τον Πατέρα Του, λέγοντας: «ίνα πάντες έν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύσει ότι συ με απέστειλας» (Ιω. 17, 21). Ο Κύριος θέλει ενότητα της Εκκλησίας. Οι σχισματικοί, οι οποίοι βρίσκουν σφάλματα στη διδασκαλία της Εκκλησίας, απομακρύνονται απ' αυτήν και πιστεύουν ότι θα βρούν τη σωτηρία στις αιρετικές τους οργανώσεις.

Ξέρετε όμως τι έλεγαν οι μεγάλοι άγιοι για τους ανθρώπους που σχίζουν το χίτώνα του Χριστού; Ο Άγιος Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης, είπε ότι οι άνθρωποι οι οποίοι απομακρύνονται από την Εκκλησία και δεν έχουν κοινωνία μαζί της και μάρτυρες να είναι, ακόμα και με το αίμα τους, δεν καθαρίζουν την αμαρτία τους διότι η βαριά αυτή αμαρτία της διαίρεσης της Εκκλησίας δεν καθαρίζεται ούτε με το αίμα. Και ο άγιος ιερομάρτυρας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος είπε ότι αυτός που προκαλεί σχίσμα στην Εκκλησία δε θα κληρονομήσει την βασιλεία του Θεού.

Όλοι οι αιρετικοί, όμως, είναι κήρυκες του σχίσματος. Ενώ ο απόστολος λέει: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ήν υμείς εμάθετε ποιούντας, και εκκλίνατε απ' αυτών» (Ρωμ. 16, 17). Και στην άλλη επιστολή του λέει το εξής: «εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1, 9). Και όλοι οι αιρετικοί ευαγγελίζουν όχι αυτό που ευαγγελίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία μας γέννησε πνευματικά.

Θυμηθείτε και τον λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο Οποίος είπε στους αποστόλους και μέσω αυτών σε μας τους διαδόχους τους: «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί· ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λκ. 10, 16).Τρομερά είναι αυτά τα λόγια του Κυρίου. Να τα θυμάστε πάντοτε. Να μην ξεχνάτε και αυτήν την ημέρα, την ημέρα του θριάμβου της ορθοδόξου πίστεως. Η πίστη αυτή διατυπώθηκε οριστικά στην Ζ' Οικουμενική Σύνοδο η οποία στερέωσε την Ορθοδοξία και καταπάτησε όλες τις αιρέσεις και τα σχίσματα.

Πάνω από χίλια χρόνια πέρασαν από τότε που έγινε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος και δεν έχουν ξαναγίνει Οικουμενικές Σύνοδοι.* Γιατί; Οι λόγοι είναι πολιτικοί. Δεν υπήρχε δυνατότητα να συγκληθούν. Αλλά να μην λυπόμαστε που δεν έγιναν άλλες και δεν γίνονται σήμερα οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Αυτές οι επτά που έχουμε, τακτοποίησαν όλα τα ζητήματα και έλυσαν όλα τα προβλήματα που είχε η Εκκλησία με τις αιρέσεις και στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη.

Θα πείτε πως σήμερα έχουμε πολλές καινούριες αιρέσεις και σχίσματα. Ναι, έχετε δίκαιο. Αλλά πρέπει να ξέρουμε πως οι καινούριες αυτές αιρέσεις δεν λένε τίποτε καινούριο αλλά επαναλαμβάνουν αυτά που ήδη έχουν πει οι παλαιοί αιρετικοί. Και όλες αυτές οι αιρέσεις αναθεματίστηκαν από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο. Γι' αυτό μας αρκούν οι αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων και ιδιαίτερα της Εβδόμης. Γι' αυτό και χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε σήμερα το θρίαμβο της Ορθοδοξίας τη οποία εξέφρασε και στερέωσε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος.

Ακριβώς γι' αυτό το λόγο ορίστηκε αυτή την ημέρα να ψάλλεται δοξολογία ως ευχαριστία στο Θεό για την στερέωση της Ορθοδοξίας.

Πηγή: (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας - Λόγοι και Ομιλίες τόμος Α'), Άλλη όψη
ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ : agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014


Ανασυγκρότηση Αγίας και Ιεράς Συνόδου



ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Γενομένης τῆς τακτικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, αὕτη ἀπετελέσθη διά τό ἑξάμηνον 01.03.2014 – 31.08.2014, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἐκ τῶν Σεβ. Ἱεραρχῶν:

Ἀμερικῆς κ. Δημητρίου
Σικάγου κ. Ἰακώβου
Ἑλβετίας κ. Ἱερεμίου
Γερμανίας κ. Αὐγουστίνου
Τρανουπόλεως κ. Γερμανοῦ
Τορόντο κ. Σωτηρίου
Κρήτης κ. Εἰρηναίου
Βελγίου κ. Ἀθηναγόρου
Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κ. Εὐγενίου
Νέας Ζηλανδίας κ. Ἀμφιλοχίου
Κώου καί Νισύρου κ. Ναθαναήλ
Κυδωνιῶν κ. Ἀθηναγόρου


Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 1 Μαρτίου 2014

                                   Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου
ΠΗΓΗ ΠΡΟΣΧΩΜΕΝ

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

 

τού οράν τα εμά πταίσματα...


Είπε ο γέρων Μόδεστος ο Κωνσταμονίτης. « Έχετε την εκούσια τύφλωση. Μην βλέπετε τα σφάλματα των άλλων. »
ΠΗΓΗ trelogiannis.blogspot.com

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΠΛΑΝΑΣ (1851 – 1932) Ο εκ της νήσου Νάξου απλοϊκός, ταπεινός και ασκητικός άγιος ιερέας της Αθήνας
Στην υλιστική και τεχνοκρατική κοινωνία του 20ού αιώνα έζησαν με τη χάρη του Θεού και διακρίθηκαν για τις πνευματικές τους αρετές αγιασμένες μορφές, οι οποίες αποτελούν τους φωτεινούς σηματοδότες για κάθε άνθρωπο, που αναζητά να ανακαλύψει την αγιότητα και την αρετή.
Μία τέτοια μορφή έζησε και στην περιώνυμη πόλη των Αθηνών με την ανεκτίμητη πολιτιστική της κληρονομιά και την ένδοξη εκκλησιαστική της ιστορία, η οποία δεν εξαντλείται κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες με την παρουσία επιφανών ιεραρχών, όπως οι Άγιοι Ιερόθεος και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και σοφών απολογητών, όπως ο Άγιος Αριστείδης ο φιλόσοφος ή και με τη δράση γενναίων αγωνιστών της πίστεως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως η Αγία Φιλοθέη και ο Άγιος Μιχαήλ ο Πακνανάς. 

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και για 50 περίπου χρόνια (1884 – 1932) έζησε και έλαμψε στο «κλεινόν άστυ» των Αθηνών με τον πλούτο της ευσέβειας και την αδιάκοπη λειτουργική του διακονία ένας ολιγογράμματος, αλλά απλοϊκός και ταπεινός ιερέας. Ο λόγος για τον παπά – Νικόλα τον Πλανά, του οποίου η ζωή είχε ως κέντρο τη θεία λατρεία και την προσευχή, και η αγιαστική και θαυματουργική του χάρη γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους εκκλησιαζόμενους. 

Ο σύγχρονος αυτός άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας γεννήθηκε το 1851 στο μεγαλύτερο νησί των Κυκλάδων, τη Νάξο. Οι γονείς του, ο Ιωάννης Πλανάς και η Αυγουστίνα Μελισσουργού, ήταν εύποροι και διέθεταν εκτός από την κτηματική τους περιουσία και ένα εμπορικό καΐκι, που εκτελούσε δρομολόγια από τη Νάξο στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια. Διέθεταν επίσης ένα εκκλησάκι επ’ ονόματι του προστάτου των ναυτικών, του Αγίου Νικολάου, μέσα στο οποίο ο μικρός Νικόλας έψαλλε και προσευχόταν ντυμένος με ένα σεντόνι ως ιερέας. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον παππού του, τον ιερέα Γεώργιο, και από την παιδική του ηλικία διακρινόταν για την αγάπη του στην Εκκλησία, την κλίση του στην ιεροσύνη και τη φιλευσπλαχνία του. 

Σε ηλικία 17 ετών έμεινε ορφανός από τον πατέρα του, ο οποίος δεν άντεξε την καταστροφή του εμπορικού του καϊκιού στα στενά της Κωνσταντινουπόλεως λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής. Μετά τον θάνατο του πατέρα του και λόγω προβλημάτων επιβίωσης, μετακόμισε η μητέρα του με τα δυο της παιδιά στην Αθήνα, η οποία την εποχή εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη ηθική κρίση λόγω της εισβολής της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Ο Νικόλας αναζήτησε πνευματικούς ανθρώπους και συχνά πήγαινε σε ναούς και μοναστήρια για να ψάλλει στις ιερές ακολουθίες και να διακονήσει μέσα στο άγιο Βήμα. Η μεγάλη επιθυμία του ήταν να γίνει ιερέας, ο πόθος όμως της μητέρας του ήταν πρώτα να παντρευτεί και ύστερα να χειροτονηθεί. Έτσι την Κυριακή των Μυροφόρων του έτους 1879 και στον ιστορικό Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα παντρεύτηκε την Ελένη Προβελέγγιου από τα Κύθηρα. Στον ίδιο ναό και στις 28 Ιουλίου του ίδιου έτους χειροτονήθηκε διάκονος. Μετά από τον γάμο του απέκτησε έναν γιο, τον Ιωάννη, αλλά κατά τον τοκετό η σύζυγός του απεβίωσε. Τότε ο διάκονος αποφάσισε να αφιερωθεί στην Εκκλησία ως καλόγερος. Γι’ αυτό και παρέδωσε το παιδί του στη μητέρα του και την αδελφή του και έγινε μεγαλόσχημος μοναχός. 

Ευσεβής, φιλάγιος και φιλεύσπλαχνος όπως ήταν, επισκεπτόταν όλα τα βυζαντινά εκκλησάκια της Αθήνας, όπου έβρισκε την ψυχική γαλήνη και την πνευματική ανάταση, ενώ βοηθούσε τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους στις φτωχογειτονιές. Στις 2 Μαρτίου 1884 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι, στο οποίο έψαλλε κάθε Κυριακή ο αείμνηστος διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Μετά τη χειροτονία του μοίρασε την πατρική περιουσία με την αδελφή του, και το μερίδιο του το έδωσε στους φτωχούς. Αρχικά τοποθετήθηκε εφημέριος στον Άγιο Παντελεήμονα Ιλισσού και στη συνέχεια στον Άγιο Ιωάννη τον Κυνηγό, που βρίσκεται επί της οδού Βουλιαγμένης. 

Ο ευσεβής, ενάρετος και σεμνός παπά – Νικόλας ο Πλανάς διακρίθηκε για την καλοσύνη, την αφιλοχρηματία, τη φιλευσπλαχνία και τον ένθερμο ζήλο για τη θεία λατρεία. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις αγρυπνίες και για 50 χρόνια λειτουργούσε καθημερινά από τα χαράματα μέχρι το μεσημέρι. Κατά τη διάρκεια των λειτουργιών, που τελούσε ο απλοϊκός, ταπεινός και ασκητικός αυτός ιερέας της Αθήνας, πολλά και θαυμαστά είναι αυτά, που γίνονταν αντιληπτά από τους πιστούς. Πλημμυρισμένος από τη θεία χάρη και το ουράνιο φως επικοινωνούσε με τους αγίους και τους αγγέλους και απεκάλυπτε στους πιστούς το θαυματουργικό του χάρισμα. Στη θεία Λειτουργία μνημόνευε όλους ανεξαιρέτως τους αγίους, αλλά και τα χιλιάδες ονόματα «ζώντων και τεθνεώτων», τα οποία τα τύλιγε σε δύο μεγάλα μαντήλια και τα κουβαλούσε πάντα μαζί του. 


Υπομονετικός και ανεκτικός αντιμετώπιζε κάθε πρόβλημα μέσα στην Εκκλησία με αγάπη, ταπείνωση και σιωπή, ενώ με τη δύναμη της προσευχής του πολλοί ήταν εκείνοι, που θεραπεύτηκαν από ψυχικές και σωματικές ασθένειες. Παρόλο που ήταν ολιγογράμματος, κατέστη πόλος έλξης για εκατοντάδες πιστούς και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο αείμνηστος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, αλλά και οι κορυφαίοι σκιαθίτες λογοτέχνες Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, οι οποίοι έψαλλαν στις κατανυκτικότατες αγρυπνίες, που τελούσε στο ιστορικό εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου. 

Στις 2 Μαρτίου 1932 ο παπά–Νικόλας, κουρασμένος σωματικά από τον αγώνα της ζωής και την άσκηση, παρέδωσε το πνεύμα του και ανεχώρησε για το αιώνιο ταξίδι. Το θλιβερό γεγονός της κοιμήσεως του ταπεινού και απλοϊκού ιερέα, κατά την ημέρα μάλιστα της εις πρεσβύτερον χειροτονίας του, διαδόθηκε ταχύτατα σε όλη την Αθήνα και χιλιάδες πιστοί προσήλθαν στον Άγιο Ιωάννη για να προσκυνήσουν τη σεπτή σορό του ευσεβούς, ενάρετου και φιλεύσπλαχνου αγίου ιερέα. Ενταφιάστηκε στον περίβολο του Ιερού Ναού και τα ιερά λείψανά του, μετά την ανακομιδή τους στις 7 Ιανουαρίου 1992, τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα μέσα στον περικαλλή νέο Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου της οδού Βουλιαγμένης, ο οποίος θεμελιώθηκε τον Αύγουστο του 1954. Τα ιερά λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά αποτελούν πολυτιμότατο πνευματικό θησαυρό για την αγιοτόκο πόλη των Αθηνών, αφού προσφέρουν πλουσιοπάροχα στήριγμα, ελπίδα και αγιαστική χάρη σε κάθε πιστό, που προέρχεται με πίστη και ευλάβεια. 

Το 1992 και κατόπιν εισηγήσεως του αοιδίμου Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου, ο οποίος συνέθεσε και την ασματική ακολουθία προς τιμήν του Αγίου, αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο η αγιότητά του και κατετάχθη επισήμως στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται στις 2 Μαρτίου, την ημέρα δηλαδή της οσιακής κοιμήσεώς του ή την πλησιέστερη Κυριακή, εάν η μνήμη του πέσει μέσα στην περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής. 

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς: ο απλοϊκός, ταπεινός, ασκητικός και φιλεύσπλαχνος άγιος ιερέας της Αθήνας, που θα διδάσκει τον άνθρωπο του 21ου αιώνα με τη γνησιότητα και το ανεπιτήδευτο του χαρακτήρα του και με την απέραντη αγάπη και καλοσύνη του, και θα παραδειγματίζει κάθε ορθόδοξο κληρικό με την αφιλαργυρία και τη φιλευσπλαχνία του και με την καθημερινή και σεμνή διακονία του στο άγιο θυσιαστήριο. 

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Εκπαιδευτικός 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

· Ο Άγιος παπα – Νικόλας Πλανάς – ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων, Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ», Αθήναι 1999 

· Πρωτοπαπά Νικολάου Ι., Αρχιμανδρίτου (νυν Μητροπολίτου Φθιώτιδος), Ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας ιερεύς Νικόλαος Πλανάς, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, Α΄ Έκδοση, Αθήνα 1993
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

2 Μαρτίου 2014 - Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου
E-mail Εκτύπωση PDF
Evagelion_KyriakisΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀριθμὸς 9
Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου
2 Μαρτίου 2014
Ματθαίου στ, 14-21
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ἡ κατανυκτικότερη περίοδος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Συνιστᾶ μοναδικὴ εὐκαιρία τὴν ὁποία καλεῖται ὁ κάθε πιστὸς νὰ ἀδράξει σὲ μία πρόκληση πνευματικῶν ἀναβάσεων. Ἡ Ἐκκλησία μας κάνει λόγο γιὰ «καιρὸ εὐπρόσδεκτο, καιρὸ μετανοίας», στὸν ὁποῖο μᾶς προτρέπει: «ἀποθώμεθα τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὄπλα τοῦ φωτός…». Εὐπρόσδεκτος καιρὸς σημαίνει τὸν καιρὸ τῆς χάριτος. Εἶναι ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν’ ἀποκτήσει ἀντοχὲς γιὰ νὰ διεξάγει τὸν ἀγῶνα τὸν καλό. Ἂν ὁλόκληρο τὸ χρόνο οἱ πιστοὶ  προσβλέπουν στὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, πολὺ περισσότερο ὀφείλουν νὰ ἐντείνουν τὴν προσπάθειά τους αὐτὴ τὴν εὐλογημένη περίοδο. Ἂν πάντοτε ἔχουν χρέος νὰ ἐργάζονται τὴ σωτηρία τους, ἀκόμη περισσότερο καὶ μὲ πολὺ μεγαλύτερο ζῆλο ἐπιβάλλεται νὰ τὸ πράττουν τώρα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στὴν ὁποία εἰσερχόμαστε. Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς συμβουλεύει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, ὅταν μᾶς λέει: «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλόν της νηστείας ἀγῶνα. Οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται…».
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ νὰ εἰσέλθουμε στὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ μὲ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ξεδιπλώνει ἐνώπιόν μας τὴν σήμερα Κυριακή της Τυρινῆς. Μᾶς προσκαλεῖ μὲ αὐτὴ νὰ ἐγκολπωθοῦμε τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθινῆς νηστείας καὶ νὰ ἐπιδιώξουμε ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀρετὲς ποὺ συνιστοῦν πραγματικὸ θησαυρὸ γιὰ τὴν ὕπαρξή μας. Μᾶς θυμίζει τὴν ἀνταρσία τοῦ Ἀδὰμ ποὺ ἐπενήργησε διαβρωτικὰ σ’ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ποὺ στὸ βάθος της ἦταν ἐντολὴ νηστείας, δείχνει πόσο ὁ ἄνθρωπος περιφρόνησε  τὴν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ του μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του γιὰ αὐτοθεοποίηση. Εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐπιθυμία ποὺ τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τὸν παρέδωσε στὴν τραγικότητα τοῦ θανάτου. Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴ συγκεκριμένη περικοπή δίνει τὸ ὑπόβαθρο τῆς ἀληθινῆς νηστείας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἀντίστροφη κίνηση ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἀκολούθησε ὁ Ἀδάμ. Προϋποθέτει ὅμως νὰ ἀποβάλουμε ὅλα ἐκεῖνα τὰ πάθη ποὺ ριζοβολοῦν στὴν ψυχή μας καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ βιώνουμε τὴν ἐλευθερία στὴν αὐθεντική της μορφὴ, νὰ δεχόμαστε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὴν ἀντιπροσφέρουμε στοὺς συνανθρώπους μας.
Ἡ ἀληθινὴ νηστεία, λοιπόν, εἶναι μία πνευματικὴ ἄσκηση ποὺ καταξιώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀναδεικνύει εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μὲ ὅλη τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀρχοντιά της. Ἔχει τόσο βάθος ἡ νηστεία, ὥστε στὴν αὐθεντική της μορφὴ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ μία ἀδιάκοπη κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ὁ νηστεύων πραγματικὰ ἀτενίζει ἀκριβῶς τὴν κοινωνία ἐκείνη ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ στηθεῖ μὲ ἀνθρώπινα σχήματα καὶ ἰδεολογίες. Γιατί ἔχει οὐράνιες καὶ αἰώνιες ἀντοχές, ἀφοῦ μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης καταργεῖ ἀκόμα καὶ τὸν θάνατο καὶ ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν τραγικότητά του. Νηστεία, σύμφωνα μὲ τὴν Πατερικὴ σκέψη, εἶναι ἡ ἑκούσια στέρηση ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὸ χῶρο τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας. Ἐκεῖ ὅπου παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴ δυναμική της ἀπελευθερώνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τὸν κρατοῦν δέσμιο στὴ γῆ καὶ τὸν ἀφήνουν προσκολλημένο σὲ ἐπίγειους θησαυροὺς «ὅπου σὴς καὶ βρῶσις τοὺς ἀφανίζει».
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, «ἔφθασε καιρός, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή…». Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὁ εὐπρόσδεκτος καιρὸς ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μᾶς προσκαλέσει στὸ στάδιο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, μὲ τοὺς ὁποίους καταξιωνόμαστε σὲ οὐράνιες κατακτήσεις. Ἂς ἀδράξουμε, λοιπόν, τὴν εὐκαιρία «τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἀγωνίσασθαι, τὸν δρόμο τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τὴν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι καὶ ἀκατακρίτως φθᾶσαι προσκυνῆσαι καὶ τὴν ἁγίαν Ἀνάστασιν». Ἀμήν.  ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ